Διπλωματικές Εργασίες

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ 2022

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

01/11/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Παντελεήμων Περδικάρης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Ιωάννης Κουτελέκος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Αλεξάνδρα Σολδάτου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση εφήβων στο σχολείο σε παγκόσμιο επίπεδο: Παρεμβάσεις για πρόληψη σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και ανεπιθύμητων εγκυμοσύνων

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

School-Based Sex Education among Adolescents Worldwide: Interventions for the Prevention of Sexually Transmitted Infections and Unintended Pregnancies

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Οι έφηβοι συνιστούν ένα βασικό πληθυσμό που κινδυνεύει από έκθεση σε ΣΜΝ και ανεπιθύμητες κυήσεις, λόγω έκθεσης σε σεξουαλικές συμπεριφορές υψηλού κινδύνου. Ταυτόχρονα ο HIV κατατάσσεται στη δεύτερη θέση μεταξύ των κύριων αιτιών θανάτου στους εφήβους και ο επιπολασμός των ανεπιθύμητων κυήσεων σε εφήβους παγκοσμίως είναι σημαντικά υψηλός. Το σχολείο διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση και την ανάπτυξη των παιδιών και έχει θεωρηθεί ως το κατάλληλο περιβάλλον για παρεμβάσεις προώθησης της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας. Οι σχολικές παρεμβάσεις για την πρόληψή των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και των ακούσιων εγκυμοσύνων είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας των εφήβων.

ΣΚΟΠΟΣ: Η συστηματική ανασκόπηση αποσκοπεί στη διερεύνηση και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των παρεμβάσεων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης που πραγματοποιηθήκαν σε εφήβους σε σχολικά περιβάλλοντα σε όλο τον κόσμο. Οι παρεμβάσεις αυτές σκόπευαν στην πρόληψη των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και των ανεπιθύμητων κυήσεων στους εφήβους.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση μελετών στις τρεις βάσεις δεδομένων PubMed, Scopus και CINAHL με πλήρες κείμενο (with Full Text) από 15/3/2021 έως 30/04/2021 με τις παρακάτω λέξεις κλειδιά “Sexual Education”, “School”, “Adolescents”, “Teenagers”, “Sexual transmitted diseases”, “Sexually transmitted infections”, “Unintended pregnancies” , “Interventions”, “Prevention”. Προϋπόθεση για τη επιλογή των άρθρων ήταν να είναι δημοσιευμένα στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα, να αποτελούν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε εφήβους ηλικίας 10-19 ετών. Επίσης οι έρευνες έπρεπε να στοχεύουν στην πρόληψη σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και ανεπιθύμητων κυήσεων και να έχουν διεξαχθεί σε σχολικό περιβάλλον και να έχουν δημοσιευθεί από 01/01/2016 έως 30/04/2021. Η επιλογή των άρθρων και ο διαχωρισμός αυτών σε στάδια εκλογής, μέχρι τον τελικό αριθμό άρθρων που χρησιμοποιήθηκαν για την ανασκόπηση βασίστηκαν στην μέθοδο PRISMA.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ανευρέθηκαν συνολικά 2952 άρθρα, μέσω των μηχανών αναζήτησης από τα οποία τελικά 24 συμπεριλήφθηκαν στην τελική συστηματική ανασκόπηση. Σε αυτές τις 24 ελεγχόμενες τυχαιοποιημένες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε 13 χώρες συμμετείχαν συνολικά 59055 μαθητές. Μέσω της βαθμολόγησης της ισχύος των μελετών εκτιμάται ότι το 45,83% των μελετών ήταν επιπέδου Ι, ενώ το 54,17% ήταν επιπέδου ΙΙ, ενώ υπήρχε χαμηλός κίνδυνος σφαλμάτων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα αποτελέσματα μας υποδηλώνουν ότι οι σχολικές παρεμβάσεις για πρόληψη των ΣΜΝ και ανεπιθύμητων εγκυμοσύνων είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας των εφήβων. Τα ευρήματα μας δείχνουν επίσης θετικά αποτελέσματα όσον αφορά τη βελτίωση των γνώσεων και των στάσεων των εφήβων μέσω των αντίστοιχων παρεμβάσεων. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν περισσότερο την αποτελεσματικότητα παρόμοιων προγραμμάτων. Τέλος, οι σχολικοί νοσηλευτές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στο σχολείο και προτείνεται η συμμετοχή τους σε αντίστοιχες έρευνες και παρεμβάσεις.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Adolescents constitute a key population at risk of exposure to Sexually transmitted infections (STIs) and unintended pregnancies due to exposure to high-risk sexual behaviors. At the same time HIV ranks second among the leading causes of death among adolescents and the prevalence of unwanted pregnancies among adolescents worldwide is significantly high. The school plays a core role in the socialization and development of children and has been considered the appropriate environment for interventions to promote sexual and reproductive health. Sexual education has great potential in the direction of providing the necessary knowledge and skills to adolescents. School-based interventions to prevent sexually transmitted diseases and unintended pregnancies are vital to improving the Sexual and Reproductive Health of adolescents.

AIM: The systematic review aims to evaluate the results of school-based sex education interventions performed on adolescents worldwide, aiming at preventing sexually transmitted diseases (STDs) and unintended pregnancies.

METHODΟLOGY: The search of studies was conducted in the PubMed, Scopus, and CINAHL databases with Full Text from 15/3/2021 to 30/04/2021 with the following keywords “Sexual Education”, “School”, “Adolescents”, Teenagers”, “Sexually transmitted diseases”, “Sexually transmitted infections”, “Unintended pregnancies”, “Interventions”, “Prevention”. The articles should have been published in Greek or English language to be selected, as well as they should have been Randomized Control Trials (RCT) conducted among adolescent students aged 10-19 years. Furthermore, the studies should have aimed at the prevention of sexually transmitted diseases and unintended pregnancies and should have been conducted in a school environment and have been published from 01/01/2016 to 30/04/2021. The selection of the suitable articles and their separation into selection stages, up to the final number of articles used for the review was based on the PRISMA method.

RESULTS: A total of 2952 articles were found through search engines, of which 24 were eventually included in the final systematic review. A total of 59055 students participated in these 24 controlled randomized trials conducted in 13 countries. The grading of the strength of evidence is estimated that 45.83% of the studies were level I, while 54.17% were level II, as well as we found low risk of bias.

CONCLUSIONS: Our results suggest that school-based interventions to prevent STIs and unintended pregnancies are crucial to improving adolescent sexual and reproductive health. Our findings also show positive results in terms of improving adolescents’ knowledge and attitudes through the respective interventions. Future studies should further investigate the effectiveness of similar programs. Finally, school nurses play an important role in sex education at school and their participation in relevant research and interventions is highly suggested.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, Σχολείο, Έφηβοι, Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, Ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Sex education, School, Adolescents, Sexually transmitted diseases, Unintended pregnancy

Αριθμός σελίδων

109

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

267

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Υπό δημοσίευση στο Περιοδικό “British Journal of Child Health”

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

14/01/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Δέσποινα Μπριάνα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

 Φλώρα Μπακοπούλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Διατροφικές συνήθειες υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Eating habits of overweight and obese children

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η υπερβαρότητα και η παχυσαρκία αποτελούν πολύ σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας τον 21ο αιώνα, καθώς αυξάνουν τον κίνδυνο νόσησης από διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακές παθήσεις, και κάποια είδη καρκίνου.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης ήταν να προσδιορίσει τη σχέση μεταξύ των διατροφικών συνηθειών/ διατροφικών προτύπων και του κινδύνου παχυσαρκίας μεταξύ των παιδιών.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων PubMed με τις ακόλουθες λέξεις κλειδιά: “obesity,” “eating habits” “dietary pattern,” “childhood,” “children,” “adolescents. Τα κριτήρια επιλογής και αποκλεισμού των άρθρων για συμπερίληψη στην παρούσα ανασκόπηση ήταν τα εξής: (1) οι μελέτες να αφορούν σε υπέρβαρα και σε παχύσαρκα παιδιά (ηλικία < 18 ετών), (2) οι μελέτες να αφορούν στην αξιολόγηση των διατροφικών συνηθειών/ προτύπων μέσω ερωτηματολογίου, (3) η έκβαση των μελετών να είναι η συχνότητα κατανάλωσης των διάφορων τροφίμων, (4) οι μελέτες να είναι πρωτογενείς δημοσιευμένες από 01/01/2015 έως 31/12/2020 και γραμμένες στην αγγλική γλώσσα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από την ηλεκτρονική αναζήτηση της διεθνούς βιβλιογραφίας προέκυψαν 1202 μελέτες, εκ των οποίων οι 16 συμπεριελήφθησαν στην ανασκόπηση. Η πλειοψηφία των μελετών (n=14) ήταν συγχρονικές μελέτεςς. Οι μελέτες ανέφεραν από δύο έως τέσσερα διατροφικά πρότυπα. Το διατροφικό πρότυπο που βρέθηκε να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο υπερβαρότητας και παχυσαρκίας περιλάμβανε την κατανάλωση λιπαρών τυριών, ζαχαρούχων ποτών, επεξεργασμένων τροφίμων, γρήγορου φαγητού, σνακ, ζωικών προϊόντων, πλήρους γάλατος και εκλεπτυσμένων σπόρων. Από την άλλη, το διατροφικό πρότυπο που περιλάμβανε την κατανάλωση λαχανικών, φρούτων, δημητριακών ολικής αλέσεως, ψαριών, ξηρών καρπών, οσπρίων και γιαουρτιού δε σχετίστηκε με τον κίνδυνο παχυσαρκίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα παιδιά και οι έφηβοι που τηρούν τα διατροφικά πρότυπα που αποτελούνται από τρόφιμα ενοχοποιημένα για ανάπτυξη παχυσαρκίας, είναι πιθανότερο να αναπτύξουν παχυσαρκία. Για την πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας, και της μείωσης του κινδύνου ανάπτυξης παχύσαρκων ενηλίκων, είναι απαραίτητο να αναπτυχθούν αποτελεσματικές προσεγγίσεις που θα στοχεύουν στην υιοθέτηση υγιεινών διατροφικών προτύπων.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Overweight and obesity are serious public health problems of the 21st century, as they increase the risk of type 2 diabetes, cardiovascular disease, as well as some types of cancer.

AIM: The aim of the research study was to investigate the expectations of children, adolescents and young adults who have undergone hematopoietic stem cell transplantation.

METHODΟLOGY: PubMed was searched using the following keywords: “obesity,” “eating habits”, “dietary pattern,” “childhood,” “children,” adolescents. The criteria for selecting and/or excluding articles were: (1) studies related to overweight and obese children (age <18 years), (2) studies that identified the eating habits / eating patterns through a questionnaire, (3) the outcome of the studies was the frequency of consumption of various foods, and (4) the studies were original, published from 01/01/2015 to 31/12/2020 and written in English

RESULTS: From the search of the international literature, 1202 studies emerged, of which 16 were included in the review. Most of the studies (n = 14) were cross-sectional studies. Studies reported two to four dietary patterns. The dietary pattern, which included the consumption of fatty cheeses, sugary drinks, processed foods, fast food, snacks, animal products, whole milk, and refined seeds, was associated with an increased risk of developing obesity. On the other hand, the dietary pattern that included the consumption of vegetables, fruits, whole grains, fish, nuts, legumes, and yogurt was not associated with the risk of developing obesity.

CONCLUSIONS: Children and adolescents who follow a diet consisting of obesogenic foods are more likely to develop obesity. To prevent childhood obesity and reduce the prevalence of obesity in adulthood, it is necessary to develop effective approaches aimed at adopting healthy eating patterns.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Διατροφικό πρότυπο, Διατροφική συνήθεια, Έφηβος, Παιδί, Παχυσαρκία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Eating pattern, Eating habit, Adolescent, Child, Obesity

Αριθμός σελίδων

64

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

65

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Karinou_Aikaterini_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

30/11/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Παρασκευή Ξεπαπαδάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Νικόλαος Παπαδόπουλος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Αλεξάνδρα Σολδάτου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Τροφικές προκλήσεις και διάγνωση της τροφικής αλλεργίας στα παιδιά

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Oral food challenges and diagnosis of food allergy in childrens

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η από του στόματος τροφική πρόκληση (ΣΤΠ) παραμένει η δοκιμασία εκλογής («gold standard») στη διάγνωση των τροφικών αλλεργιών και αποτελεί ένα αντικειμενικό μέτρο για την ανίχνευση αυτών, σε ελεγχόμενο περιβάλλον.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση, αξιολόγηση και τυποποίηση των συνταγών για διπλά τυφλές τροφικές προκλήσεις στο γάλα αγελάδας και τους ξηρούς καρπούς και η αξιολόγηση της τυφλότητας («blinding») και της ευληπτότητάς τους.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 12 παιδιά, ηλικίας 0-18 ετών με διεγνωσμένη IgE-μεσολαβούμενη τροφική αλλεργία, τα οποία παρακολουθούνταν στη Μονάδα Αλλεργιολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας του Νοσοκομείου Παίδων «Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού». Δημιουργήθηκαν συνταγές διπλά τυφλών από του ΣΤΠ: Γάλα αγελάδας (ψημένο), Καρύδι, Φουντούκι, Αμύγδαλο, Αράπικο Φιστίκι και Κάσιους, μετά από ανασκόπηση της αντίστοιχης βιβλιογραφίας. Δημιουργήθηκαν δύο συνταγές/δείγματα: α) Ενεργό (Active) δείγμα (αλλεργιογόνο) με κωδικό Α και β) Εικονικό (Placebo) δείγμα με κωδικό P που χορηγήθηκαν σε ξεχωριστές συνεδρίες. Για την αξιολόγηση της «τυφλότητας», χρησιμοποιήθηκε η «Τριγωνική Δοκιμή». Τρία δείγματα, με έξι πιθανούς συνδυασμούς A και P, προσφέρθηκαν σε υγιείς εθελοντές που είχαν ενημερωθεί ότι 2 δείγματα ήταν ίδια και 1 ήταν διαφορετικό και τους ζητήθηκε να προσδιορίσουν το διαφορετικό δείγμα και γιατί. Η ευληπτότητα των συνταγών αξιολογήθηκε, μέσω συμπλήρωσης επικαιροποιημένου στον ελληνικό πληθυσμό ερωτηματολογίου. Δημιουργήθηκαν 3 διαφορετικά ερωτηματολόγια για τις ηλικιακές ομάδες παιδιών 0-4 ετών, 5-11 ετών και 12-18 ετών. Οι τροφικές προκλήσεις έγιναν με 5 σταδιακά αυξανόμενες δόσεις των αντίστοιχων τροφίμων, σύμφωνα με τις οδηγίες IFAAM, έως 1000 mg πρωτεΐνης τροφίμου, ανά 20 λεπτά και παρακολούθηση 2 ωρών, μετά τη χορήγηση της τελευταίας δόσης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Όσον αφορά στην τυφλότητα, τα αποτελέσματα έδειξαν πως για όλα τα τρόφιμα, περίπου το 70% του δείγματος των υγιών εθελοντών δεν μπόρεσε να εντοπίσει διαφορές στα δείγματα. Οι συνταγές αξιολογήθηκαν, συνολικά, ως εύληπτες, τόσο από τους υγιείς εθελοντές (σκορ ηδονικής κλίμακας=4.7/5), όσο και από τα παιδιά με τροφική αλλεργία (σκορ ηδονικής κλίμακας=4.9/5).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης υποδεικνύουν την αναγκαιότητα προτυποποίησης εύληπτων συνταγών για διπλά τυφλές τροφικές προκλήσεις, ειδικά στον παιδιατρικό πληθυσμό, καθώς οι τροφικές αλλεργίες εμφανίζονται, κυρίως, σε μικρή ηλικία.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: The oral food challenge (OPC) remains the test of choice (“gold standard”) in the diagnosis of food allergies and is an objective measure for their detection, in a controlled environment.

AIM: The purpose of the study was to investigate, evaluate and standardize recipes for double-blind food challenges in cow’s milk and nuts and to evaluate their blinding and palatability.

METHODΟLOGY: The study included 12 children, aged 0-18 years, with diagnosed IgE-mediated food allergy, who were monitored at the Allergology and Clinical Immunology Unit of the “Panagiotis and Aglaia Kyriakou” Children’s Hospital. Double-blind recipes were created by OFC in: Cow’s milk (cooked), Walnut, Hazelnut, Almond, Peanut and Cashew, after a review of the relevant literature. Two recipes/samples were created: a) Active sample (allergen) with code A and b) Placebo sample with code P administered in separate sessions. To assess ‘blinding’, the ‘Triangle Test’ was used. Three samples, with six possible combinations of A and P, were offered to healthy volunteers who were told that 2 samples were the same and 1 was different and asked to identify which the different sample was and why. The palatability of the recipes was evaluated by completing a questionnaire updated for the Greek population. 3 different questionnaires were created for the age groups of children 0-4 years, 5-11 years and 12-18 years. Food challenges were made with 5 gradually increasing doses of the respective foods, according to the IFAAM guidelines, up to 1000 mg of food protein, per 20 minutes and a 2-hour follow-up, after the administration of the last dose.

RESULTS: Regarding ‘blinding’, the results showed that for all foods, approximately 70% of the sample of healthy volunteers could not detect differences in the samples. The recipes were evaluated, overall, as palatable, both by the healthy volunteers (hedonic scale score=4.7/5), and by the children with food allergy (hedonic scale score=4.9/5).

CONCLUSIONS: The findings of the present study indicate the necessity of standardizing palatable recipes for double-blind food challenges, especially in the pediatric population, as food allergies appear, mainly, at a young age.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Τροφική αλλεργία, Τροφική πρόκληση, Παιδιά, Προτυποποιημένες συνταγές

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Food allergy, Oral food challenge, Children, Standardized recipes

Αριθμός σελίδων

112

Ευρετήριο

Ναι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

1

Εικονογραφημένη

Όχι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

110

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Kokkinou_Elpida

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

30/09/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Αφροδίτη Ζαρταλούδη, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Δέσποινα Μπριάνα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Ιωάννης Κουτελέκος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Πρωτότυπος Τίτλος

Κατάθλιψη και αίσθημα μοναξιάς των γονέων πρόωρων νεογνών που νοσηλεύονται στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας (ΜΕΝΝ)

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Depression and loneliness among parents of premature infants admitted to Neonatal Intensive Care Unit (NICU)

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Όταν γεννιέται ένα νεογνό πρόωρo, τις περισσότερες φορές γίνεται άμεσα ο αποχωρισμός και από τους δύο γονείς, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με μία πραγματικότητα για την οποία δεν είχαν προετοιμαστεί με αποτέλεσμα να βιώνουν μια έντονη συναισθηματική επιβάρυνση καθ’ όλη τη διάρκεια νοσηλείας του μωρού τους. Η εισαγωγή στη ΜΕΝΝ μπορεί να πυροδοτήσει την εμφάνιση αρνητικών συναισθημάτων και στους δύο γονείς.

ΣΚΟΠΟΣ: Nα εκτιμηθεί το αίσθημα της μοναξιάς, η καταθλιπτική συμπτωματολογία και το μετατραυματικό στρες των γονέων με πρόωρα νεογνά που νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) καθώς και η σχέση μεταξύ τους.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για μια συγχρονική, ποσοτική μελέτη και το δείγμα της αποτέλεσαν 251 γονείς, των οποίων το νεογνό γεννήθηκε πρόωρο και νοσηλεύτηκε σε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) τριών νοσοκομείων της Αττικής. Τα στοιχεία συλλέχθηκαν με ειδικά διαμορφωμένο ερωτηματολόγιο, για τους σκοπούς της μελέτης. Το ερωτηματολόγιο περιελάμβανε (α) ερωτήσεις για τη συλλογή κοινωνικοδημογραφικών στοιχείων για τους γονείς και το νεογνό, (β) η κλίμακα της κατάθλιψης Center for Epidemiological Studies-depression, (γ) η κλίμακα της μοναξιάς UCLA (The UCLA Loneliness Scale), (δ) η κλίμακα Impact of Event Scale- Revised- Greek version (IES-R-Gr) για την ανίχνευση του μετατραυματικού στρες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από το συνολικό δείγμα των γονιών με μέση ηλικία τα 32,2 έτη (SD=15,4 έτη) το 69,7% ήταν γυναίκες. Οι μητέρες βίωσαν σημαντικά υψηλότερες βαθμολογίες σε όλες τις υπό μελέτη κλίμακες, υποδηλώνοντας περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης και μετατραυματικού στρες καθώς και υψηλότερο αίσθημα μοναξιάς σε σύγκριση με τους πατέρες. Οι γονείς των οποίων τα νεογνά είχαν χαμηλό σωματικό βάρος και οι γονείς με προηγούμενη εμπειρία νοσηλείας στη ΜΕΝΝ εμφάνισαν στατιστικά σημαντικό υψηλότερο αίσθημα μοναξιάς. Το 62,6% των γονιών εμφάνισε καταθλιπτική συμπτωματολογία. Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση ανάμεσα στο αίσθημα μοναξιάς και την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης και στατιστικά σημαντική αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ψυχολογικής υποστήριξης από εξειδικευμένο προσωπικό του νοσοκομείου και της εμφάνισης καταθλιπτικής συμπτωματολογίας. Το 60,1% των συμμετεχόντων εμφάνισε συμπτώματα μετατραυματικού στρες. Όσο περισσότερα ήταν τα συμπτώματα κατάθλιψης των συμμετεχόντων τόσο περισσότερα συμπτώματα αποφυγής, αναβίωσης και υπερδιέγερσης εμφάνισαν. Όσο περισσότερο ήταν το αίσθημα μοναξιάς τόσο περισσότερα συμπτώματα αποφυγής εμφάνιζαν οι συμμετέχοντες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η έγκαιρη εντόπιση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, της μοναξιάς και του μετατραυματικού στρες στους γονείς, των οποίων το νεογνό νοσηλεύεται στη ΜΕΝΝ είναι μείζονος σημασίας. Κατ’ επέκταση πρέπει να υπάρξει συστηματική και οργανωμένη εκπαίδευση του προσωπικού που εργάζεται στη ΜΕΝΝ, προς την εφαρμογή συγκεκριμένων πρωτοκόλλων και εξατομικευμένων παρεμβάσεων για τη διαχείριση των αναγκών και των συναισθημάτων του ευάλωτου αυτού πληθυσμού.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: When a newborn is born prematurely, it is often the immediate separation from both parents, who are confronted with a reality for which they were not prepared, as a result of which they experience a strong emotional burden throughout the baby’s hospitalization. Their entrance into the Neonatal Intensive Care Unit (NICU) can trigger negative emotions in both parents.

AIM: To assess the feeling of loneliness, depressive symptoms and post-traumatic stress of parents with premature infants who are hospitalized in Neonatal Intensive Care Units (NICUs) as well as the relationship between them.

METHODΟLOGY: This is a modern, quantitative study and its sample consisted of 251 parents, whose newborn was born prematurely and was hospitalized in the Neonatal Intensive Care Unit (NICU) of three hospitals in Attica. The data were collected with a specially designed questionnaire, for the purposes of the study. The questionnaire included (a) questions for the collection of socio-demographic data on parents and the newborn, (b) the Center for Epidemiological Studies-depression scale, (c) the UCLA Loneliness Scale (d) ) the Impact of Event Scale- Revised- Greek version (IES-R-Gr) for the detection of post-traumatic stress.

RESULTS: Of our total sample of parents with a mean age of 32.2 years (SD = 15.4 years) 69.7% were women. Mothers experienced significantly higher scores on all scales under study, suggesting more symptoms of depression and post-traumatic stress as well as a higher sense of loneliness compared to fathers. Parents whose infants were underweight and parents with previous experience of hospitalization in NICU exhibited a statistically significant higher sense of loneliness. 62.6% of parents developed depressive symptoms. There was a statistically significant positive correlation between feeling lonely and the onset of depressive symptoms and a statistically significant negative correlation between psychological support from hospital staff and the appearance of depressive symptomatology. The 60.1% of our participants showed symptoms of post-traumatic stress. The more depressive symptoms the participants exhibited, the more symptoms of avoidance, resuscitation, and overstimulation occurred. The greater the feeling of loneliness, the more symptoms of avoidance the participants exhibited.

CONCLUSIONS: Early detection of depressive symptoms, loneliness and post-traumatic stress in parents whose newborn is hospitalized in NICU is of major importance. Consequently, a systematic and well-organized training of the staff working in NICU should be provided, and specific protocols, as well as individualized interventions should be implemented to manage the needs and feelings of this vulnerable population.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Γονείς, Πρόωρα Νεογνά, ΜΕΝΝ, Κατάθλιψη, Μοναξιά, Μετατραυματικό Στρες

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Parents, Premature Infants, Neonatal Intensive Care Unit (NICU), Depression, Loneliness, Post-Traumatic Stress

Αριθμός σελίδων

147

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

209

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 07/04/2023

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Υπό δημοσίευση στο Περιοδικό “Περιεγχειρητική Νοσηλευτική”

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

20/07/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Μαρία Μοσχόβη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παντελής Περδικάρης, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Ιωάννης Κουτελέκος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Πρωτότυπος Τίτλος

Eκτίμηση της επιβίωσης παιδιών με οστεοσάρκωμα σε σχέση με τις θεραπευτικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιήθηκαν

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Survival rate estimation of osteosarcoma in children in colleration with the therapeutic approches

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το οστεοσάρκωμα αποτελεί την πιο συχνή κακοήθεια των οστών στα παιδιά. Η επιβίωση ασθενών με οστεοσάρκωμα μετά από χειρουργική εξαίρεση ως μονοθεραπεία ήταν μόλις 10%, ποσοστό που βελτιώθηκε σημαντικά έως και 70% μετά την εισαγωγή χημειοθεραπευτικών παραγόντων. Η χημειοθεραπεία παρουσιάζει πλεονεκτήματα αλλά και ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Προκειμένου να σχεδιαστεί θεραπευτικό πρωτόκολλο, λαμβάνονται υπόψιν οι δυσμενείς προγνωστικοί παράγοντες της νόσου, μεταξύ αυτών και το ποσοστό νέκρωσης του οστεοσαρκώματος. Στην πρόσφατη βιβλιογραφία δεν υπάρχουν μελέτες συσχέτισης της επιβίωσης των ασθενών με το ποσοστό νέκρωσης του όγκου μετά τη προεγχειρητική χημειοθεραπεία, όπως αυτή εφαρμόζεται στα θεραπευτικά πρωτόκολλα

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της μελέτης μας είναι η εκτίμηση επιβίωσης των παιδιών με οστεοσάρκωμα που έλαβαν προεγχειρητική χημειοθεραπεία ανάλογα με το ποσοστό νέκρωσης του όγκου.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πραγματοποιήθηκε αναδρομική σειριακή μελέτη (cohort study) όλων των ασθενών με οστεοσάρκωμα που διαγνώσθηκαν από το 1997 έως 2018 στην Μονάδα Αιματολογίας – Ογκολογίας της Α’ Παιδιατρικής Κλινικής του ΕΚΠΑ, Ογκολογική Μονάδα Παίδων «Μαριάννα Β. Βαρδινογιάννη-Ελπίδα», Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» και στο Ογκολογικό Τμήμα Νοσοκομείου Παίδων «Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού», είχαν λάβει προεγχειρητική χημειοθεραπεία και ακολούθησε εξαίρεση του όγκου με ιστολογική εκτίμηση του ποσοστού νέκρωσής του. Στο δείγμα μας τα περισσότερα παιδιά ήταν αγόρια (53,7%), η μέση ηλικία ήταν τα 12,5 έτη, κατά μέσο όρο το ύψος 157,57 cm και το βάρος 46,18 kg με αυξημένη τιμή γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH). Το 64,7% των παιδιών διέμεναν στην επαρχία.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Παρατηρήθηκε ότι τα παιδιά με υψηλό ποσοστό νέκρωσης (≥90%) του όγκου μετά την προεγχειρητική χημειοθεραπεία είχαν καλύτερη επιβίωση σε σύγκριση με τα παιδιά που είχαν χαμηλό ποσοστό νέκρωσης (<90%). Τα παιδιά με καλή νέκρωση του όγκου (≥90%) στην προεγχειρητική χημειοθεραπεία είχαν μειωμένο κίνδυνο θανάτου κατά 83% (p<0,05).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: To ποσοστό νέκρωσης του όγκου καθίσταται ισχυρός προγνωστικός παράγοντας. Το φύλο, η ηλικία, η φυλή, το ύψος, το βάρος και η LDH δεν είχαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την επιβίωση. Οι νέες θεραπευτικές επιλογές ενδεχομένως να επηρεάζουν τόσο το ποσοστό νέκρωσης του όγκου όσο και την επιβίωση των ασθενών. Επομένως νέες μελέτες απαιτούνται για τη βελτίωση των κριτηρίων επιλογής της κατάλληλης θεραπευτικής προσέγγισης.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Osteosarcoma is the most common bone malignancy in children. Survival of patients with osteosarcoma after surgical resection as monotherapy was only 10%, a rate that improved significantly to 70% after the introduction of chemotherapeutic agents. Chemotherapy presents several advantages but also complications and late effects. In order to design a treatment protocol, the adverse prognostic factors of the disease are taken into account, among them the osteosarcoma necrosis rate. From the recent literature, there are no studies that correlate patient survival with the rate of tumor necrosis after preoperative chemotherapy, as applied in modern treatment protocols.

AIM: The purpose of our study is to assess the survival of children with osteosarcoma who received preoperative chemotherapy according to the tumor necrosis rate.

METHODΟLOGY: A retrospective serial study (cohort study) of all patients with osteosarcoma diagnosed from 1997 to 2018, at the Hematology-Oncology Unit of the First Department of Pediatrics of the National and Kapodistrian University of Athens, Children’s Oncology Unit “Marianna B. Vardinogiannis-Elpida”, Children’s Hospital “Agia Sophia” and the Oncology Department of Children’s Hospital “Panagiotis and Aglaia Kyriakou”, had received pre-operative chemotherapy followed by excision of the tumor with histological assessment of the tumor necrosis rate. In our sample, most children were boys (53.7%), mean age was 12.5 years, mean height 157.57 cm and mean weight 46.18 kg, with elevated lactate dehydrogenase (LDH). The 64.7% of the children lived in the countryside.

RESULTS: It was observed that children with a high necrosis rate (≥90%) of the tumor after preoperative chemotherapy had higher survival rates compared to children who had a low necrosis rate (<90%). Children with a good tumor response (≥90% necrosis) to preoperative chemotherapy had an 83% reduced risk of death (p<0.05).

CONCLUSIONS: Τhe results make the rate of tumor necrosis a strong prognostic factor. Sex, age, race, height, weight, and LDH had no statistically significant association with survival. New treatment options may affect both tumor necrosis rate and patient survival. Therefore, new studies are needed to optimize the selection criteria of the appropriate therapeutic approach.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Οστεοσάρκωμα, Παιδιά, Ποσοστό νέκρωσης, Επιβίωση

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Osteosarcoma, Children, Tumor necrosis, Survival

Αριθμός σελίδων

61

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Όχι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

70

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 20/01/2023

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Kourou_Panagiota_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

09/05/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευάγγελος Δούσης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Μαρία Μοσχόβη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Ιωάννης Κουτελέκος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Πρωτότυπος Τίτλος

Εκτίμηση του άγχους των νοσηλευτών στα παιδιατρικά ογκολογικά τμήματα

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Assessment of nurses’ stress in pediatric oncology departments

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Οι παιδιατρικοί ογκολογικοί νοσηλευτές αποτελούν μια ιδιαίτερη ομάδα νοσηλευτών που εκτίθενται σε πληθώρα αγχογόνων παραγόντων στον εργασιακό τους χώρο.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση του άγχους των παιδιατρικών ογκολογικών νοσηλευτών.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για μη παρεμβατική συγκριτική μελέτη σε δείγμα 120 νοσηλευτών που εργάζονται σε παιδιατρικά τμήματα αιματολογίας – ογκολογίας και παιδιατρικά και παιδοχειρουργικά τμήματα. Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Nurse Stress Scale. Για τη διερεύνηση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ δυο κατηγορικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκε ο έλεγχος x2 (chi-square test). Για τη διερεύνηση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ μιας ποσοτικής μεταβλητής που ακολουθεί την κανονική κατανομή και μιας διχοτόμου μεταβλητής χρησιμοποιήθηκε ο έλεγχος t (student’s t-test). Ο έλεγχος της ομοιογένειας της διασποράς μεταξύ των συγκρινόμενων δειγμάτων γίνεται με το Levene test. Η ανάλυση των δεδομένων έγινε με το στατιστικό πακέτο SPSS v. 26 και σε επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας 0.05.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Το σύνολο των νοσηλευτών αναφέρουν ότι βιώνουν στατιστικά σημαντικό έντονο άγχος για όλες τις υποκλίμακες της κλίμακας NSS. Οι μισοί νοσηλευτές αναφέρουν ότι βιώνουν άγχος συχνά ή πολύ συχνά, ενώ το επίπεδο άγχους μειωνόταν με την αύξηση της προϋπηρεσίας. Στατιστικά σημαντική συσχέτιση παρατηρήθηκε μεταξύ του άγχους και του θανάτου και «Υποφέρειν» και της έλλειψης υποστήριξης από το προσωπικό στους παιδιατρικούς ογκολογικούς νοσηλευτές που ανέφεραν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερη συσχέτιση του άγχους με την αβεβαιότητα της θεραπείας των ασθενών. Ιδιαίτερα αγχογόνοι παράγοντες για τους παιδιατρικούς ογκολογικούς νοσηλευτές είναι το ψυχολογικό, το κοινωνικό, το φυσικό περιβάλλον, ο φόρτος εργασίας, οι συγκρούσεις με νοσηλευτές, προϊσταμένους, και γιατρούς.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι παιδιατρικοί ογκολογικοί νοσηλευτές βιώνουν άγχος συχνά ή πολύ συχνά ενώ το ψυχολογικό, κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον αποτελούν ιδιαίτερα αγχογόνους παράγοντες.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Pediatric oncology nurses are a special group of nurses who are exposed to a variety of stressors in their workplace.

AIM: The purpose of the study is to investigate the stress of pediatric oncology nurses.

METHODΟLOGY: This is a non-invasive comparative study on a sample of 120 nurses working in pediatric departments of hematology – oncology and pediatric and pediatric surgery departments. The Nurse Stress Scale was used for data collection. The x2 test (chi-square test) was used to investigate the relationship between two categorical variables. Student’s t-test was used to investigate the relationship between a quantitative variable following the normal distribution and a bisector variable. The homogeneity of the dispersion between the compared samples is checked with the Levene test. The data analysis was performed with the statistical package SPSS v. 26 and at the level of statistical significance 0.05.

RESULTS: All nurses report experiencing statistically significant severe stress for all subscales of the NSS scale. Half of the nurses report experiencing stress often or very often, while the level of stress decreased with increasing seniority. A statistically significant correlation was observed between stress and death and “suffering” and a lack of staff support in pediatric oncology nurses who reported a statistically significantly lower correlation between stress and patient treatment uncertainty. Particularly stressful for pediatric oncology nurses are psychological, social, physical environment, workload, conflicts with nurses, supervisors, and physicians.

CONCLUSIONS: Pediatric oncology nurses experience stress often or very often while the psychological, social and physical environment are particularly stressful factors.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Παιδιατρικοί νοσηλευτές, Ογκολογικοί νοσηλευτές, Εργασιακό άγχος, Προσωπική διεργασία και προγραμματισμός.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Pediatric nursing, Oncology nursing, Occupational stress, Personnel Staffing and Scheduling.

Αριθμός σελίδων

114

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

16

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Lioka_Eleni_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

28/11/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Αργύρης Ντινόπουλος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Μαρία-Ροζέ Πονς Ροντρίγκεθ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παναγιώτα Περβανίδου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Η διερεύνηση της αξιοπιστίας της ελληνικής εκδοχής του μίνι-συστήματος ταξινόμησης ικανότητας χειρισμού αντικειμένου (Μίνι-MACS) σε νήπια με εγκεφαλική παράλυση, ηλικίας 1-4 ετών

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The investigation of the reliability of the Greek version of the Mini-MACS (Mini-MACS) in children with cerebral palsy, aged 1-4 years

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Το μίνι-Σύστημα Ταξινόμησης Ικανότητας Χειρισμού Αντικειμένων (μίνιMACS) αναπτύχθηκε στην αγγλική γλώσσα και αποτελεί ένα αξιόπιστο και έγκυρο σύστημα κατάταξης της ικανότητας των νηπίων.

ΣΚΟΠΟΣ: Ο έλεγχος της αξιοπιστίας της ελληνικής εκδοχής του μίνι-συστήματος ταξινόμησης της ικανότητας χειρισμού αντικειμένων (μίνι-MACS) σε νήπια, ηλικίας 1 έως 4 ετών, με εγκεφαλική παράλυση (Ε.Π) ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί αξιόπιστα και στον ελληνικό πληθυσμό.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Σε πρώτη φάση διερευνήθηκε η αξιοπιστία μεταξύ τριών εξεταστών (γονέων-φυσικοθεραπευτών-παιδονευρολόγων) με τον συντελεστή ενδοταξικής συσχέτισης (ICC) σε ένα δείγμα 60 νηπίων, ηλικίας 1-4 ετών, από ιατρεία παρακολούθησης Ε.Π. Νοσοκομείων. Παράλληλα, ελέγχθηκε η συσχέτιση μεταξύ της ελληνικής εκδοχής του μίνι-MACS και του Συστήματος Ταξινόμησης Αδρής Κινητικής Λειτουργίας (GMFCS) με το συντελεστή συσχέτισης του Spearman (rs). Σε δεύτερη φάση, εξετάστηκε η αξιοπιστία ελέγχου-επανελέγχου μεταξύ γονέων και θεραπευτών σε ένα δείγμα 30 παιδιών με υποψία ή διαγνωσμένη Ε.Π., από ιδιωτικά θεραπευτήρια, τα οποία αξιολογήθηκαν δύο φορές σε διάστημα 7-10 ημερών. Η αξιοπιστία μεταξύ εξεταστών και ελέγχου επανελέγχου εκτιμήθηκε με τον συντελεστή ενδοταξικής συσχέτισης (ICC) και η συσχέτιση μεταξύ της ελληνικής εκδοχής του Μίνι-MACS και του GMFCS με το συντελεστή συσχέτισης του Spearman (rs).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στην πρώτη φάση διαπιστώθηκε ικανοποιητικός βαθμός συμφωνίας μεταξύ γονέων, φυσικοθεραπευτή και παιδονευρολόγου, καθώς ήταν άνω του 0.8 (ICC=0.888, 95% CI=0.781-0.939). Βρέθηκε υψηλή αξιοπιστία μεταξύ γονέα και φυσικοθεραπευτή (ICC=0.840, 95% CI= 0.609-0.923, p<0.001) και μεταξύ γονέα με παιδονευρολόγου (ICC=0.826, 95% CI= 0.585-0.915, p<0.001). Για τις εκτιμήσεις του φυσικοθεραπευτή και του παιδονευρολόγου, τα αποτελέσματα δείχνουν εξαιρετικό βαθμό αξιοπιστίας (ICC=0.995, 95% CI= 0.992-0.997, p<0.001). Τέλος, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική θετική ισχυρή συσχέτιση του GMFCS με του Mini-MACS τόσο για τους γονείς (r=0.688, p<0.001), για τους θεραπευτές (r=0.672, p<0.001), όσο και για την εκτίμηση των παιδονευρολόγων (r=0.657, p<0.001). Αναφορικά με την αξιοπιστία ελέγχου-επανελέγχου (test-retest reliability), ο συντελεστής ICC βρέθηκε πολύ υψηλός. Των γονέων ήταν 0.981 (95% ICC=0.960-0.991) και των θεραπευτών ήταν ίσος με 1.000, Κατά την εκτίμηση της συσχέτισης του Μίνι-MACS με το GMFCS στη δεύτερη φάση δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση της κλίμακας GMFCS με τις αρχικές βαθμολογίες του Mini-MACS, τόσο για τους γονείς (r=0.224, p>0,05), όσο και για τους θεραπευτές (r=0,340, p>0,5).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ελληνική εκδοχή του μίνι-MACS καταδεικνύεται εξαιρετικά αξιόπιστη και μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί με βεβαιότητα στην καθημερινή κλινική πρακτική από θεραπευτές, παιδονευρολόγους και γονείς για την αξιολόγηση των παιδιών ηλικίας 1 έως 4 ετών με Ε.Π. του ελληνικού πληθυσμού.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: The mini-Manipulative Ability Classification System (mini-MACS) was developed in the English language and is a reliable and valid rating system of toddler ability.

AIM: esting the reliability of the Greek version of the mini-MACS in children, aged 1 to 4 years, with cerebral palsy (CP), so that it can be applied to the Greek population as well.

METHODΟLOGY: In the first phase of the research, the reliability between three examiners (parents-physiotherapists-pediatric neurologists) was investigated with the intraclass correlation coefficient (ICC) in a sample of 60 infants, aged 1-4 years, from the follow-up by CP clinics. At the same time, the correlation between the Greek version of the mini-MACS and the gross motor function classification system (GMFCS) was checked with Spearman’s correlation coefficient (rs).In the second phase, the test-retest reliability between parents and therapists was examined in a sample of 30 children with suspected or diagnosed CP, from private clinics, which were evaluated twice over a period of 7-10 days. Test-retest reliability was assessed with the intraclass correlation coefficient (ICC), as well as the correlation between the Greek version of the mini-MACS and the GMFCS with Spearman’s correlation coefficient (rs).

RESULTS: In the first phase, a satisfactory degree of agreement was found between the parents, the physical therapist and the pediatric neurologist, as it was above 0.8 (ICC=0.888, 95% CI=0.781-0.939). High reliability was found between parent and physical therapist (ICC=0.840, 95% CI= 0.609-0.923, p<0.001) and between parent and pediatric neurologist (ICC=0.826, 95% CI= 0.585-0.915, p<0.001). For the estimates of the physical therapist and the pediatric neurologist, the results show an excellent degree of reliability (ICC=0.995, 95% CI= 0.992-0.997, p<0.001).Finally, a statistically significant positive strong correlation was observed between the GMFCS and the Mini-MACS both for the parents (r=0.688, p<0.001), for the therapists (r=0.672, p<0.001), as well as the evaluation of the pediatric neurologists (r =0.657, p<0.001). In the second phase, test-retest reliability was evaluated. The ICC coefficient between the scores of the initial examination and the re-examination of the two assessors (parent-therapists) was found to be very high (ICC=0.981 95% CI=0.960-0.991, p<0.001). In the second phase, no statistically significant correlation of the GMFCS scale with the initial Mini-MACS scores was observed,both for parents (r=0.224, p>0.05) and for therapists (r=0.340, p>0.5).

CONCLUSIONS: The Greek version of the mini-MACS is shown to be highly reliable and can now be confidently used in daily clinical practice by therapists, pediatric neurologists and parents for the assessment of children aged 1 to 4 years with PE of the Greek population.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Αξιοπιστία, Εγκεφαλική παράλυση, Σύστημα ταξινόμηση ικανότητας χειρισμού αντικειμένων, Συσχέτιση

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Reliability, Cerebral Palsy, Object Manipulation Classification System, Correlation

Αριθμός σελίδων

65

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

30

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/el/browse/3246216

Δημοσίευση

Mastronikola_Niki

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

29/01/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Σιαχανίδου Σουλτάνα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πονς-Ροντρίγκεθ Μαρία-Ροζέ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Αξιολόγηση της κινητικότητας άνω άκρων βρεφών με την κλίμακα Hand Assessment for Infants (HAI) και έλεγχος αξιοπιστίας της κλίμακας

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Evaluation of the mobility of the upper extremities of infants with the Hand Assessment for Infants(HAI) scale and reliability testing of the scale

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: κλίμακα Ηand Assessment for Infants (HAI) είναι μια κλίμακα αξιολόγησης της κινητικότητας των άνω άκρων σε βρέφη ηλικίας 3 έως 12 μηνών. Σχεδιάστηκε ειδικά για βρέφη υψηλού κινδύνου από μία ομάδα επαγγελματιών υγείας από το Karolinska Institute στη Σουηδία και το Stella Maris Scientific Institute στην Ιταλία. Είναι η πρώτη κλίμακα που δημιουργήθηκε για να μετράει πόσο καλά χρησιμοποιεί ένα βρέφος τόσο τα δύο χέρια μαζί, όσο και το κάθε χέρι ξεχωριστά, γεγονός που επιτρέπει λεπτομερή και προσεκτική αξιολόγηση των συνολικών δεξιοτήτων των άνω άκρων

ΣΚΟΠΟΣ: O σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να εφαρμοστεί η κλίμακα Hand Assessment for Infants (HAI) σε βρέφη υψηλού κινδύνου ηλικίας 3-12 μηνών, ώστε 1) να ελεγχθεί η αξιοπιστία της κλίμακας και 2) να αξιολογηθεί η κινητικότητα των άνω άκρων τους. Η χρήση της κλίμακας αυτής θα μπορούσε να βοηθήσει γιατρούς και φυσικοθεραπευτές στην καλύτερη αξιολόγηση της κινητικότητας βρεφών υψηλού κινδύνου, ώστε να μπορούν να ανιχνευτούν έγκαιρα πιθανές κινητικές διαταραχές.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πραγματοποιήθηκε μετάφραση της κλίμακας ΗΑΙ στα Ελληνικά και στη συνέχεια, έγινε αντίστροφη μετάφραση (back translation) από τα ελληνικά στα αγγλικά, ώστε να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια της μετάφρασής της. Ελέγχθηκαν 23 βρέφη (9 τελειόμηνα και 14 πρόωρα) ηλικίας 3 έως 12 μηνών από την Α’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών (ιατρείο διαχρονικής παρακολούθησης Μονάδας Νεογνών) του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων “Αγία Σοφία”, που έχουν αναφερθεί ως υψηλού κινδύνου για κινητικές διαταραχές και τα οποία, είχαν παραπεμφθεί για φυσικοθεραπευτική εκτίμηση. H συλλογή του δείγματος διήρκεσε 3 μήνες και τα αποτελέσματα αναλύθηκαν σε σχέση με την προωρότητα, τη νοσηλεία στη ΜΕΝΝ, τη νευρολογική εξέταση και άλλα στοιχεία. Η αξιοπιστία της κλίμακας ελέγχθηκε μέσω του ελέγχου της συμφωνίας μεταξύ των κριτών (inter-rater reliability), με την αξιολόγηση της βιντεοσκόπησης κάθε βρέφους από διαφορετικό ερευνητή, ώστε να ελεγχθεί ο βαθμός συμφωνίας μεταξύ των κριτών. Επιπλέον, αναζητήθηκε συσχέτιση των αποτελεσμάτων της κλίμακας ΗΑΙ με τα αντίστοιχα της κλίμακας Alberta. Ως στατιστικά σημαντικό θεωρήθηκε το παρατηρούμενο επίπεδο σημαντικότητας 5%. Όλες οι στατιστικές αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν με το SPSS v.25.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Το δείγμα αποτελούνταν από 14 πρόωρα και 9 τελειόμηνα βρέφη. Τα αποτελέσματα έδειξαν πολύ υψηλή αξιοπιστία μεταξύ των βαθμολογητών, τόσο για τις δοκιμασίες που αφορούν στη χρήση των δύο χεριών ταυτόχρονα (ICC=.996), όσο και για τις δοκιμασίες που αφορούν στη χρήση του κάθε χεριού ξεχωριστά (ICC=.984). Επίσης, φάνηκε να υπάρχει στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ του συνολικού σκορ όλων των δοκιμασιών που συγκέντρωσαν τα βρέφη (BoHS) και της φυσιολογικής ή παθολογικής νευρολογικής τους εξέτασης. Τα βρέφη με φυσιολογική νευρολογική εξέταση, είχαν υψηλότερη συνολική βαθμολογία στην κλίμακα ΗΑΙ από εκείνα με παθολογικά ευρήματα στην νευρολογική εξέταση. Από τον έλεγχο της συσχέτισης της κλίμακας ΗΑΙ με την κλίμακα Alberta προέκυψε στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ των δύο αυτών εργαλείων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η κλίμακα ΗΑΙ είναι η πρώτη που αξιολογεί την κινητικότητα τόσο του κάθε χεριού ξεχωριστά, όσο και των δύο χεριών ταυτόχρονα, σε ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα βρεφών, έχοντας τη δυνατότητα να συγκρίνει τη χρήση και τη λειτουργικότητα των δύο χεριών μεταξύ τους. Τα συμπεράσματα αυτής της πιλοτικής έρευνας δείχνουν ότι η ΗΑΙ είναι μια αξιόπιστη κλίμακα αξιολόγησης της κινητικότητας των χεριών σε βρέφη Ελληνικής καταγωγής, ηλικίας 3-12 μηνών, και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην κλινική πράξη. Η μελέτη αυτή αποτελεί τη βάση για μελλοντικές έρευνες που θα συμβάλλουν στην ισχυροποίηση των παρόντων αποτελεσμάτων.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Hand Assessment for Infants Infants (HAI) is a scale that evaluates the mobility of the upper extremities in infants aged 3 to 12 months. Designed specifically for high-risk infants by a team of health professionals from the Karolinska Institute in Sweden and the Stella Maris Scientific Institute in Italy. It is the first scale created to measure how well an infant uses both hands together and each hand separately, allowing a detailed and careful assessment of the overall skills of the upper limbs.

AIM: The purpose of this study was to apply the Hand Assessment for Infants (HAI) scale to high-risk infants aged 3-12 months in order to 1)check the reliability of the scale and 2) evaluate the mobility of their upper extremities. The use of this scale could help physicians and physiotherapists to better assess the mobility of high-risk infants so that potential movement disorders can be detected in a timely manner.

METHODΟLOGY: Τhe HAI scale was translated into Greek and then backed up from Greek to English to confirm the accuracy of the translation. 23 infants (9 full-term and 14 preterm infants) aged 3 to 12 months, which had been reported as high-risk and referred for physiotherapy were examined at the neonatal follow-up clinic of the 1st Department of Pediatrics of National and Kapodistrian University of Athens at ”Aghia Sophia” Children’s Hospital. The collection of the sample lasted 3 months and the results were analyzed in relation to prematurity, hospitalization in NICU, neurological examination and other data. The reliability of the scale was examined through inter-rater reliability, with the evaluation of each infant’s hand mobility via observation by a different researcher. Moreover, a possible correlation between HAI and Alberta scale scores was evaluated. Statistical significance was set at p<0.05. All analyses were performed using SPSS v.25.

RESULTS: he sample consisted of 14 premature and 9 full-term infants. The results showed very high reliability among the assessors, both for the items related to the use of both hands at the same time (ICC=.996) and for the items related to the use of each hand separately (ICC=.984). Moreover, a statistically significant correlation between the overall score on all items (BoHS) and normal or pathological neurological examination was found. Infants with normal neurological examination had a higher overall score on the HAI scale than those with pathological findings on neurological examination. Finally, the evaluation of the association between the HAI and Alberta scale scores showed a statistically significant positive correlation between these two
tools.

CONCLUSIONS: The HAI scale is the first one to evaluate the mobility of each hand separately, as well as that of both hands simultaneously, over a wide age range in infancy, with the ability to compare the use and functionality of both hands. The findings of this pilot study showed that HAI is a reliable scale for assessing hand mobility in Greek infants aged 3-12 months and could be used in clinical practice. The present study could be the basis for future research which will contribute to the strengthening of current results.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Αξιοπιστία, Kινητικότητα, ‘Aνω άκρα, Bρέφη, Kλίμακα, Ηand Assessment for Infants

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Reliability, Μobility, Upper extremities, Infants, Scale, Hand Assessment for Infants

Αριθμός σελίδων

75

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

27

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 02/08/2022

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Υπό δημοσίευση στο Περιοδικό “Περιγεννητική Ιατρική και Νεογνολογία”

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

22/07/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευάγγελος Δούσης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Μαρία Μοσχόβη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Ιωάννης Κουτελέκος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Πρωτότυπος Τίτλος

Διερεύνηση της ποιότητας ζωής των παιδιατρικών ογκολογικών νοσηλευτών

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Exploring the quality of life of pediatric oncology nurses

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η νοσηλευτική είναι ένα από τα πιο αγχογόνα επαγγέλματα που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα της επαγγελματικής ζωής των νοσηλευτών.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της ποιότητας της νοσηλευτικής εργασιακής ζωής των παιδιατρικών ογκολογικών νοσηλευτών στην Ελλάδα.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για συγκριτική μελέτη. Αξιολογήθηκε την ποιότητα της εργασιακής ζωής των παιδιατρικών ογκολογικών και των παιδιατρικών νοσηλευτών των δύο μεγάλων παιδιατρικών δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα με το Ερωτηματολόγιο Ποιότητας Νοσηλευτικής Εργασιακής Ζωής (Quality of Nursing Work Life – QNWL). Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας Statistical Package SPSS έκδοση 23.0 (SPSS, Inc., Chicago, IL). Το επίπεδο σημαντικότητας ορίστηκε στο 0,05.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη συμμετείχαν 119 νοσηλευτές (79 παιδιατρικοί ογκολογικοί και 40 παιδιατρικοί). Η ποιότητα της εργασιακής ζωής του συνόλου των νοσηλευτών ήταν μέτρια στη μελέτη μας (138,87 ± 24,198). Οι παιδιατρικοί ογκολογικοί νοσηλευτές εμφάνισαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην υποκλίμακα «Επαγγελματική / Οικογενειακή Ζωή» (p = 0,003) και «Σχεδιασμός Εργασίας» (p = 0,002) καθώς και στη συνολική βαθμολογία της κλίμακας QNWL, στην οποία εμφάνισαν αύξηση βαθμολογίας (145,08 ± 27.064) έναντι των παιδιατρικών νοσηλευτών (135,72 ± 22.132).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ποιότητα της επαγγελματικής ζωής είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει την επαγγελματική απόδοση των νοσηλευτών και την οικογενειακή τους ζωή με αποτέλεσμα τόσο την παροχή χαμηλότερης ποιότητας υπηρεσιών στους ασθενείς όσο και την κακή ποιότητα ζωής των οικογενειών τους. Η βελτίωση της ποιότητας της επαγγελματικής ζωής των νοσηλευτών θα πρέπει να επικεντρωθεί στη διαχείριση των παραγόντων που την επηρεάζουν.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Nursing is one of the most stressful professions that affect nurses’ quality of work life negatively.

AIM: Τhe aim of this study is to investigate the Quality of Nursing Work Life of pediatric oncology nurses in Greece.

METHODΟLOGY: This is a cross-sectional comparative study. We assessed quality of work life of pediatric oncology and pediatric nurses of the two major pediatric public hospitals in Greece with the use of Quality of Nursing Work Life Questionnaire. Data analysis was performed using Statistical Package SPSS version 23.0 (SPSS, Inc., Chicago, IL).The significance level was set at 0.05.

RESULTS: The study participated 119 nurses (79 pediatric oncology nurses and 40 pediatric nurses). The quality of work life of total nurses was moderate in our study (138.87 ± 24.198). Pediatric oncology nurses showed statistically significant differences in subscale “Work Life / Home Life” (p = 0.003) and “Work Design” (p = 0.002) as well as in the overall QNWL scale score, in which they showed an increase score (145.08 ± 27,064) against non-oncological pediatric nurses (135.72 ± 22.132).

CONCLUSIONS: The quality of work life is a factor that affects the professional performance of nurses and their family life resulting in both the provision of poorer quality services to patients and the poorer quality of life of their families. Improving nurses’ quality of work life should focus on the management of factors that affect it.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Ποιότητα, Παιδιά, Νοσηλευτική, Εργασιακή ζωή, Ογκολογία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Quality, Children, Nursing, Work life, Oncology

Αριθμός σελίδων

88

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

124

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 22/01/2023

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Dyrmishi_Silvia_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

14/06/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευάγγελος Δούσης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Μαρία Μοσχόβη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Ιωάννης Κουτελέκος, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Πρωτότυπος Τίτλος

Ποιότητα ζωής παιδιών με καρκίνο

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Quality of life of children with cancer

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Τα παιδιά με καρκίνο εμφανίζουν πολλά συναισθηματικά και συμπεριφορικά συμπτώματα που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής τους (QoL).

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εκτίμηση της QoL των παιδιών με καρκίνο και η διερεύνηση των συναισθηματικών και συμπεριφορικών τους συμπτωμάτων.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για μη παρεμβατική συγχρονική μελέτη σε δείγμα γονέων 100 νοσηλευόμενων παιδιών με καρκίνο στα δυο μεγαλύτερα δημόσια παιδιατρικά νοσοκομεία της Ελλάδας. Χρησιμοποιήθηκαν η κλίμακα “Quality of Life Scale” (QoLS) και η κλίμακα PSC-35. Χρησιμοποιήθηκαν οι στατιστικές δοκιμασίες x2 και t-test και το επίπεδο σημαντικότητας τέθηκε στο 0,05.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η μελέτη συμπεριέλαβε 100 γονείς παιδιών (51 αγόρια, 49 κορίτσια) με καρκίνο, με μέση ηλικία 41.94 ± 5.27 έτη για τους γονείς και 10.74 ± 4.21 έτη για τα παιδιά. Οι γονείς αναφέρουν υψηλή συνολική βαθμολογία στην QoLS (Mean ± SD:97.85 ± 22.84, Median: 94, IQR: 52-151) ενώ αναφέρουν υψηλή βαθμολογία στην Περιβαλλοντική Διάσταση (Mean ± SD: 38.14 ± 4, 46, Median: 39, IQR: 25-45) και στη Σωματική Διάσταση (Mean ± SD: 28.20 ± 11.32, Median: 27, IQR: 11-52). Η μέση συνολική βαθμολογία της κλίμακας PSC-35 για το δείγμα της μελέτης είναι Mean ± SD: 18.01 ± 6.78 και 12% των παιδιών εμφάνισαν τιμές >24. Οι γονείς (25%) ανέφεραν ότι το παιδί τους είχε συναισθηματικά και συμπεριφορικά συμπτώματα και το 84.1% των γονέων επιθυμούσαν ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η QoL των παιδιών με καρκίνο είναι υψηλή παρά το γεγονός ότι πολλά από αυτά εμφανίζουν συναισθηματικά και συμπεριφορικά προβλήματα.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Children with cancer show many emotional and behavioral symptoms that negatively affect their quality of life (QoL).

AIM: The aim of the study was to assess the QoL of children with cancer and to investigate their emotional and behavioral symptoms.

METHODΟLOGY: This is a non-invasive cross-sectional study on a sample of parents of 100 children treated for cancer in the two largest public pediatric hospitals in Greece. The Quality of Life Scale (QoLS) and the PSC-35 scale, the x2 and t-test were used and the significance level was set at 0.05.

RESULTS: The study involved 100 parents of children (51 boys, 49 girls) with cancer, with a mean age of 41.94 ± 5.27 years for parents and 10.74 ± 4.21 years for children. Parents report a high overall score on QoLS (Mean ± SD: 97.85 ± 22.84, Median: 94, IQR: 52-151) while reporting a high score on the Environmental Dimension (Mean ± SD: 38.14 ± 4, 46, Median: 39, IQR: 25-45) and in the Physical Dimension (Mean ± SD: 28.20 ± 11.32, Median: 27, IQR: 11 52). The PSC-35 scale mean total score of the study sample was Mean ± SD: 18.01 ± 6.78 and 12% of the children showed values >24. Parents (25%) stated that their child has emotional or behavioral problems and 84.1% of parents wanted psychological support of their children.

CONCLUSIONS: The QoL reported by parents of children with cancer is high despite the fact that many of them show emotional or behavioral symptoms.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Ποιότητα ζωής, Καρκίνος, Παιδί, Πόνος, Άγχος, Συμπληρωματικές θεραπείες, Εναλλακτικές θεραπείες

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Quality of life, Cancer, Children, Pain, Anxiety, Complementary therapies, Alternative therapy

Αριθμός σελίδων

121

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Όχι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

155

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Panagiotakopoulou_Ioanna_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

07/09/2022

Έτος εκπόνησης

2022

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Φλώρα Μπακοπούλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Γεώργιος Μαστοράκος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Συσχέτιση επιπέδων θυρεοτροπίνης και θυρεοειδικών ορμονών με καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου σε παιδιά και εφήβους με υπερβαρότητα και παχυσαρκία

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Association between thyreotropin and thyroid hormones with cardiometabolic risk factors in overweight and obese children and adolescents

Περίληψη

Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Οι ορμόνες του θυρεοειδούς ρυθμίζουν το μεταβολισμό και παίζουν σημαντικό ρόλο στην καρδιαγγειακή ομοιόσταση. Ωστόσο, η συσχέτιση μεταξύ θυρεοτροπίνης (TSH), θυρεοειδικών ορμονών και καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως σε παιδιά και εφήβους με υπερβαρότητα και παχυσαρκία.

ΣΚΟΠΟΣ: Η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της θυρεοτροπίνης (TSH), των θυρεοειδικών ορμονών και των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου σε παχύσαρκα, υπέρβαρα και φυσιολογικού Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) παιδιά και εφήβους πριν και μετά την εφαρμογή ενός εξατομικευμένου προγράμματος παρέμβασης στον τρόπο ζωής για ένα έτος.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Μελετήσαμε προοπτικά χίλια τριακόσια έντεκα (n = 1.311) παιδιά και εφήβους ηλικίας 2–18 ετών [με μέση ηλικία ± τυπική απόκλιση (SD): 10.10 ± 2.92 έτη]. Οι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν ως παχύσαρκοι (n= 727, 55.45%), υπέρβαροι (n=4384, 29.29%) ή φυσιολογικού ΔΜΣ (n=200, 15.26%) σύμφωνα με τις καμπύλες σωματικών ανθρωπομετρικών δεδομένων του IOTF ( International Obesity Task Force). Όλοι οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν από μια διεπιστημονική ομάδα σε τακτά χρονικά διαστήματα και έλαβαν εξατομικευμένη καθοδήγηση σχετικά με τη διατροφή και την άσκηση για 12 μήνες. Λεπτομερής κλινική εξέταση και εργαστηριακοί έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν στην αρχή και στο τέλος της μελέτης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Τα παιδιά και οι έφηβοι με παχυσαρκία είχαν σημαντικά υψηλότερη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση, περίμετρο μέσης, περίμετρο ισχίου και αναλογία μέσης προς ισχίο (WHratio) από τα υπέρβαρα και φυσιολογικού ΔΜΣ παιδιά και έφηβους και στις δύο αξιολογήσεις. Επιπλέον, είχαν σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις γλυκόζης πλάσματος νηστείας και ινσουλίνης ορού, HbA1C, τριγλυκεριδίων, LDL-χοληστερόλης, ουρικού οξέος και ApoB και σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης, ApoA1 και βιταμίνης D από τα παιδιά και εφήβους με υπερβαρότητα και φυσιολογικό ΔΜΣ. Οι αρχικές συγκεντρώσεις της ολικής Τ3 συσχετίστηκαν θετικά με το ουρικό οξύ και την HbA1C και αρνητικά με την κρεατινίνη, ενώ οι συγκεντρώσεις της Ελεύθερης Τ4 (FT4) συσχετίστηκαν αντιστρόφως ανάλογα με τις συγκεντρώσεις ινσουλίνης κατά την αρχική αξιολόγηση. Δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των αρχικών συγκεντρώσεων TSH και των παραμέτρων καρδιομεταβολικού κινδύνου. Ένα έτος μετά την εφαρμογή των παρεμβάσεων, πολλοί καρδιομεταβολικοί δείκτες, συμπεριλαμβανομένων του λιπιδαιμικού προφίλ, HbA1C, ALT και γGT, βελτιώθηκαν σημαντικά σε όλους τους συμμετέχοντες. Στο σύνολο των συμμετεχόντων, οι αλλαγές στις συγκεντρώσεις της FT4 είχαν σημαντική αρνητική συσχέτιση με τις αλλαγές στις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερόλης και ινσουλίνης , ενώ παράλληλα οι αλλαγές στις συγκεντρώσεις της Τ3 είχαν σημαντική θετική συσχέτιση με τις αλλαγές στο ουρικό οξύ, τη γλυκόζη, τη HbA1C και τα τριγλυκερίδια και σημαντική αρνητική συσχέτιση με τις αλλαγές στην κρεατινίνη και την HDL χοληστερόλη. Τέλος, οι αλλαγές των συγκεντρώσεων της TSH είχαν σημαντική θετική συσχέτιση με τις αλλαγές στις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και της γλυκόζης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σε παιδιά και εφήβους με αυξημένο βάρος σώματος, οι θυρεοειδικές ορμόνες σχετίζονται με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Οι μεταβολές στις συγκεντρώσεις των TSH, T3 και FT4 σχετίζονται επίσης με αλλαγές σε διάφορες καρδιομεταβολικές παραμέτρους, όπως η χοληστερόλη, η γλυκόζη, τα τριγλυκερίδια και η κρεατινίνη.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Thyroid hormones regulate metabolism and play a significant role in cardiovascular homeostasis. However, the association between thyreotropin (TSH), thyroid hormones and cardiometabolic risk factors has not been elucidated in children and adolescents with overweight and obesity.

AIM: To evaluate the relation of TSH and thyroid hormones with cardiometabolic parameters in obese, overweight and normal-weight children and adolescents before and after the implementation of a comprehensive, multidisciplinary, personalized life-style intervention program for 1 year.

METHODΟLOGY: One thousand and three hundred eleven (n = 1.311) children and adolescents aged 2–18 years (mean age ± SD: 10.10 ± 2.92 years) were studied prospectively. Subjects were classified as obese (n = 727, 55.45%), overweight (n = 384, 29.29%) or with normal body mass index (BMI) (n = 200, 15.26%) according to the International Obesity Task Force cutoff points. All participants were evaluated by a multidisciplinary team at frequent intervals, received personalized guidance on diet and physical exercise and were studied prospectively for 1 year. Detailed clinical evaluation and laboratory investigations were performed at the beginning and at the end of the study.

RESULTS: Subjects with obesity had significantly higher systolic (SBP) and diastolic (DBP) blood pressure, waist circumference, hip circumference and waist-to-hip ratio than overweight and normal-BMI subjects on both assessments. In addition, they had significantly higher concentrations of fasting plasma glucose and serum insulin, HbA1C, triglycerides, LDL-cholesterol, uric acid and ApoB, and significantly lower concentrations of HDL-cholesterol, ApoA1 and Vitamin D than their overweight and normal-BMI counterparts. Baseline total T3 concentrations were positively associated with uric acid and HbA1C and negatively associated creatinin, while Free T4 concentrations were inversely associated with baseline insulin concentrations. No associations were found between baseline TSH concentrations and cardiometabolic risk parameters. Following the 1-year of multidisciplinary management interventions, some cardiometabolic indices, including lipids, HbA1C, ALT and γGT, improved significantly in all subjects. In all subjects, changes in Free T4 concentrations had a significant negative association with changes in cholesterol and insulin concentrations, while T3 changes had a significant positive association with changes in uric acid, glucose, HbA1C and TG and a significant negative association with changes in creatinine and HDL. Finally, TSH showed a significant positive association with changes in cholesterol, triglyceride and glucose concentrations.

CONCLUSIONS: In overweight and obese children and adolescents thyroid hormones are associated with indices conferring cardiometabolic risk. Changes in Free T4, T3 and TSH concentrations are also associated with changes in various cardiometabolic parameters, such as cholesterol, glucose, triglyceride and creatinine.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Παχυσαρκία, Θυρεοειδική λειτουργία, Καρδιομεταβολικοί παράγοντες, Θυρεοειδικές ορμόνες, Υπερβαρότητα

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Obesity, Thyroid hormone, Cardiometabolic risk factors, Thyroid function, Overweight

Αριθμός σελίδων

126

Ευρετήριο

Ναι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

3

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

210

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 08/09/2025

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/2967534

Δημοσίευση

Ramouzi_Eleni_Dimosieysi