ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ 2026
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
16/02/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Κουρλαμπά Γεωργία, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΕΚΠΑ
Μπακοπούλου Φλώρα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος
Εμβολιαστική κάλυψη έναντι του ιού των ανθρώπινων κονδυλωμάτων των εφήβων στην Ελλάδα: Δεδομένα πραγματικού κόσμου από το σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και το μητρώο ΑΜΚΑ
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
HPV vaccination coverage among children and adolescents in Greece using national prescription data
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Προκειμένου να εξαλειφθεί ο καρκίνος της μήτρας, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έθεσε το στόχο της κατά 90% εμβολιαστικής κάλυψης έναντι του ιού των ανθρώπινων κονδυλωμάτων(human papillomavirus-hpv) των κοριτσιών ηλικίας έως 15 ετών μέχρι το 2030. Στην Ελλάδα υπάρχει έλλειψη δεδομένων για την εκτίμηση της απόστασης μας από την επίτευξη του στόχου αυτού.
ΣΚΟΠΟΣ: Η ετήσια εκτίμηση της εμβολιαστικής κάλυψης έναντι του hpv σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 9-15 ετών στην Ελλάδα (2022-2024).
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για μια αναδρομική μελέτη κοορτής πραγματικού κόσμου, όπου χρησιμοποιούνται δεδομένα από το εθνικό σύστημα συνταγογράφησης, προκειμένου να καταγραφούν όλες οι δόσεις hpv εμβολίου που χορηγήθηκαν από 1/1/2019 έως και 31/12/2024. Η ετήσια εμβολιαστική κάλυψη υπολογίστηκε ως το ποσοστό των δικαιούχων εμβολιασμού που έλαβαν τουλάχιστον μια δόση ή το πλήρες σχήμα του εμβολιασμού από την 1η Ιανουαρίου 2019 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους αναφοράς. Το πλήρες σχήμα του εμβολιασμού, σύμφωνα με τις εθνικές συστάσεις, ορίζεται ως δύο δόσεις με ελάχιστο μεσοδιάστημα 6 μηνών.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από το 2022 έως το 2024 το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 9-15 ετών που ξεκίνησαν ορθά τον εμβολιασμό τους αυξήθηκε από 34,7%(2022) σε 41,4%(2024) στα κορίτσια, και από 10,8%(2022) σε 31,4%(2024) στα αγόρια. Το ποσοστό των παιδιών που ξεκίνησαν τον εμβολιασμό στην ηλικία των 9 ετών, αυξήθηκε από 3,5% και 3,4% το 2022 σε 8% και 7,4% το 2024 αντίστοιχα στα κορίτσια και τα αγόρια. Στα κορίτσια ηλικίας 15 ετών η ορθή έναρξη του εμβολιασμού ξεπέρασε οριακά το 63% κατά την περίοδο μελέτης, ενώ όσον αφορά την πλήρη εμβολιαστική κάλυψη αυξήθηκε από 47,7% το 2022 σε σχεδόν 52,5% το 2024.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Παρά την αξιοσημείωτη βελτίωση στην εμβολιαστική κάλυψη έναντι του hpv στους εφήβους στην Ελλάδα μεταξύ 2022 και 2024, τα ποσοστά παραμένουν αρκετά χαμηλά σε σχέση με τον στόχο της 90% εμβολιαστικής κάλυψης που θέτει ο ΠΟΥ. Η περιορισμένη έναρξη του εμβολιασμού στην ηλικία των 9 ετών, παρά τις εθνικές συστάσεις, αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες στρατηγικές προώθησης του έγκαιρου εμβολιασμού και επίτευξη προόδου προς το στόχο της εξάλειψης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: To eradicate cervical cancer, the World Health Organization (WHO) targets 90% human papillomavirus (HPV) vaccination coverage in girls by the age of 15 until 2030. In Greece, data regarding how close the country is to meeting this target, is completely lacking.
AIM: To assess annual HPV vaccination coverage among individuals aged 9–15years in Greece (2022–2024).
METHODOLOGY: This is a retrospective, population-based cohort study using the Greek National Electronic Prescription Database to record all HPV vaccine doses dispensed from 1/1/2019 to 31/12/2024. The annual vaccination coverage was estimated as the proportion of eligible population receiving at least one dose or the full vaccination scheme from January 1st, 2019, through December 31st of the respective reference year. Full vaccination scheme was defined -according to national recommendations – as two doses at a minimum interval of 6 months.
RESULTS: From 2022 to 2024, the proportion of individuals 9-15 years old, who appropriately initiated vaccination increased from 34.7% (2022) to 41.4% (2024) in girls and from 10.8% (2022) to 31.4% (2024) in boys. The proportion of children who initiate HPV vaccination at the age of 9, increased from 3.5% and 3.4% in 2022 to 8.0% and 7.4% in 2024in girls and boys respectively. Among girls turning 15, the appropriate vaccine initiation rate marginally exceeded 63.0% throughout the study period while full vaccination coverage increased from 47.7% in 2022 to almost 52.5% in 2024.
CONCLUSIONS: Despite notable improvements in HPV vaccination uptake among adolescents in Greece between 2022 and 2024, coverage levels remain suboptimal relative to the WHO’s 90% target. Limited early initiation despite national recommendations starting at age 9, highlight the need for targeted strategies to promote timely HPV vaccination and accelerate progress toward elimination goals.
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Ιός ανθρώπινων κονδυλωμάτων, Καρκίνος τραχήλου μήτρας, Εμβολιαστική κάλυψη, Έφηβοι, Παιδιά
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Human papillomavirus, Cervical cancer, HPV, Vaccination coverage, Adolescents, Children
Αριθμός σελίδων
83
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
107
Ψηφιακά Αρχεία
Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5327715
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
25/02/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Περδικάρης Παντελεήμων, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Καραβανάκη Κυριακή, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Κουτελέκος Ιωάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ
Πρωτότυπος Τίτλος
Ο γλυκαιμικός έλεγχος σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1) με την χρήση των Diabetes/Diabetic Alert Dogs (DADs) : Οριοθετημένη ανασκόπηση
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
Glycemic control in patients with Type 1 Diabetes Mellitus (T1D) using Diabetes/Diabetic Alert Dogs (DADs): A scoping review
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου Ι είναι μια χρόνια, μεταβολική διαταραχή κατά την οποία παρουσιάζεται πλήρη ή σχεδόν πλήρης έλλειψη ινσουλίνης στον οργανισμό. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για το γλυκαιμικό έλεγχο είναi παρεμβατικές με αποτέλεσμα να δημιουργούν στα άτομα δυσφορία και αποστροφή. Συνεπώς, τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί έντονο ενδιαφέρον για μία μη παρεμβατική μέθοδο παρακολούθησης της γλυκόζης με την χρήση ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων, οι οποίοι μπορούν να ανιχνεύσουν ακραίες τιμές γλυκόζης αίματος μέσω της όσφρησης. Οι σκύλοι αυτοί ονομάζονται Diabetes/Diabetic Alert Dogs (DADs) και αποτελούν μία καινοτόμο μέθοδο για τη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 η οποία σε συνδυασμό με τις κλασσικές μεθόδους, μπορεί να βοηθήσει το άτομο τόσο πρακτικά στον γλυκαιμικό έλεγχο όσο και ψυχολογικά.
ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας βιβλιογραφικής ανασκόπησης είναι να παρουσιαστούν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από την χρήση των DADs και να τονιστεί το βιβλιογραφικό κενό που προκύπτει λόγω του μικρού αριθμού ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί ώστε να αποτελέσει έναυσμα για την διεξαγωγή καινούργιων μελετών.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση πραγματοποιήθηκε στις βάσεις δεδομένων Pubmed, Scopus και Google Scholar και 13 μελέτες συμπεριλήφθηκαν για περαιτέρω ανάλυση.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η ακρίβεια ανίχνευσης υπογλυκαιμίας ή υπεργλυκαιμίας από τα DADs παρουσίασε μεγάλη διακύμανση μεταξύ των μελετών. Η μεταβλητότητα που παρουσίαζαν οφείλεται στην διαφορετική εκπαίδευση που έλαβαν αλλά και στον χαρακτήρα και την σχέση που υπήρχε με τον ιδιοκτήτη. Σχεδόν όλες οι μελέτες αναδεικνύουν σημαντικά ψυχολογικά οφέλη από τη χρήση των DADs μέσα από τις μαρτυρίες των συμμετεχόντων, με αύξηση της ψυχική ευεξίας, μείωση του άγχους και αύξηση της σωματική δραστηριότητας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η χρήση των DADs για την διαχείριση του ΣΔτ1 αποτελεί μία πολλά υποσχόμενη μέθοδο. Τα αποτελέσματα που προκύπτουν είναι ενθαρρυντικά καθώς φαίνεται ότι μπορούν να βοηθήσουν στην ανίχνευση ακραίων τιμών γλυκόζης αίματος και να υποστηρίξουν το άτομο προσφέροντας ψυχολογική ευεξία. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να πραγματοποιηθούν περισσότερες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες με μεγαλύτερο δείγμα και να δημιουργηθούν κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την εκπαίδευση των DADs. Τέλος, προκύπτει το συμπεράσματα πως οι DADs δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις κλασσικές μεθόδους γλυκαιμικού ελέγχου αλλά να χρησιμοποιηθούν επικουρικά για την βέλτιστη διαχείριση του ΣΔτ1.
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
INTRODUCTION: Type 1 diabetes mellitus is a chronic metabolic disorder in which there is a complete or almost complete lack of insulin in the body. The methods used for glycemic control are invasive, resulting in discomfort and aversion in individuals. Thus, in recent years, there has been intense interest in a non-invasive method of glucose monitoring using specially trained dogs that can detect extreme blood glucose levels through smell. These dogs are called Diabetes/ Diabetic Alert Dogs (DADs) and are an innovative method for managing type 1 diabetes mellitus which, in combination with conventional methods, can help individuals both practically in terms of glycemic control and psychologically.
AIM: The purpose of this scoping review is to present the advantages and disadvantages of using DADs and to highlight the gap in the literature resulting from
the small number of studies that have been conducted, in order to trigger conduct new studies.
METHODOLOGY: This scoping review was conducted in the Pubmed, Scopus, and Google Scholar databases, and 13 studies were included for further analysis.
RESULTS: The accuracy of hypoglycemia or hyperglycemia detection by DADs varied greatly between studies. The variability was due to the different training they received, as well as the nature of their relationship with their owner. Almost all studies highlight significant psychological benefits from the use of DADs through the testimonies of participants, with increased mental well-being, reduced anxiety, and increased physical activity.
CONCLUSIONS: The use of DADs for the management of T1DM is a promising method. The results are encouraging as they appear to help detect extreme blood
glucose levels and support the individual by offering psychological well-being. However, it is necessary to conduct more randomized controlled studies with a larger sample size and to develop guidelines for DAD training. Finally, it can be concluded that DADs cannot replace traditional methods of glycemic control but can be used as an adjunct to the optimal management of T1DM.
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Σακχαρώδης διαβήτης, Σκύλοι συναγερμού διαβήτη, Υπογλυκαιμία, Υπεργλυκαιμία
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Diabetes mellitus, Diabetes/ Diabetic alert dogs, Hypoglycemia, Hyperglycemia
Αριθμός σελίδων
41
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
28
Ψηφιακά Αρχεία
Πρόσβαση από 26/08/2026
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5358251
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
20/03/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Γιαπιτζάκης Χρήστος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Χρούσος Γεώργιος, Ομότιμος Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος τίτλος
Ο ρόλος της Γενετικής και Επιγενετικής ρύθμισης με microRNA στην παιδική παχυσαρκία
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
Investigation of the quality of life of children and adolescents with epilepsy. An integrative review
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί μία πολυπαραγοντική νόσο με αυξανόμενη πλέον συχνότητα εμφάνισης. Οι μηχανισμοί δημιουργίας της θεωρείται σήμερα ότι δεν περιλαμβάνουν μόνο τη γονιδιακή προδιάθεση και την ενεργειακή πρόσληψη, αλλά και την επιγενετική ρύθμιση. Ειδικότερα, μελετάται ο καίριος ρόλος των microRNA, τα οποία φαίνεται να επηρεάζουν τη ρύθμιση του μεταβολισμού και του αναπτυξιακού προγραμματισμού του οργανισμού, ήδη από την ενδομήτρια ζωή.
ΣΚΟΠΟΣ: Η παρούσα βιβλιογραφική μελέτη στοχεύει στην ανάδειξη των έως σήμερα γνωστών δεδομένων για το ρόλο των microRNA στη γενετική και επιγενετική ρύθμιση της παιδικής παχυσαρκίας.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για συστηματική ανασκόπηση που περιλαμβάνει διεθνή άρθρα και μελέτες που επιλέχθηκαν με τα κριτήρια P.I.C.O.T.S (Population, Intervention, Comparator, Outcome, Timing, Study Design) για την περίοδο 2013– 2024. Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε στις βάσεις PubMed, Scopus, Web of Science και Google Scholar, σύμφωνα με τις οδηγίες PRISMA (Preferred Reporting Items for Systematic reviews and Meta-Analyses), ενώ ο ποιοτικός έλεγχος κάθε μελέτης πραγματοποιήθηκε με το εργαλείο Joanna Briggs Institute.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι μελέτες ανέδειξαν τροποποιήσεις στην έκφραση των κυκλοφορούντων microRNA, σε παιδιά με παχυσαρκία. MicroRNA όπως τα miR-26b, miR-122, miR-145 και miR-221 συσχετίστηκαν με την λιπογένεση και τον ηπατικό μεταβολισμό, ενώ τα miR-146a, miR-223 και miR-486 συνδέθηκαν με δείκτες συστηματικής φλεγμονής. Επιγενετικές αλλαγές, όπως τροποποιήσεις στη μεθυλίωση περιοχών που κωδικοποιούν microRNA, φάνηκε ότι διαφοροποιούνται ανάλογα με τον βαθμό παχυσαρκίας. Επιπλέον, δεδομένα από νεογνά υποδεικνύουν ότι η παχυσαρκία της μητέρας και η πλακουντιακή μεθυλίωση του miRNA συμπλέγματος C19MC επηρεάζουν τα microRNA του εμβρύου και σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα microRNA φαίνεται ότι κατέχουν ενεργό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού και της φλεγμονής και αποτυπώνουν πρώιμες διαφοροποιήσεις πριν εμφανιστούν κλινικές επιπλοκές. Η ενδομήτρια περίοδος αναδεικνύεται ως κρίσιμο στάδιο για τον μεταβολικό προγραμματισμό. Μεγαλύτερες και μεθοδολογικά ομοιογενείς μελέτες, θα ήταν χρήσιμες μελλοντικά για την μελέτη των microRNA ως βιοδείκτες ή ως πιθανούς θεραπευτικούς στόχους.
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
INTRODUCTION: Childhood obesity is a multifactorial disease with a steadily increasing prevalence. Its underlying mechanisms are now understood to involve not only genetic predisposition and energy intake but epigenetic regulation as well.. Specifically, growing evidence highlights the crucial role of microRNAs, which appear to influence metabolic regulation and developmental programming of the organism, starting as early as intrauterine life.
AIM: This bibliographic study aims to present the current knowledge regarding the role of microRNAs in the genetic and epigenetic regulation of childhood obesity.
METHODOLOGY: This is a systematic review including international articles and studies selected using the P.I.C.O.T.S. (Population, Intervention, Comparator, Outcome, Timing, Study Design) criteria covering the period 2013–2024. The search was conducted in PubMed, Scopus, Web of Science, and Google Scholar according to PRISMA guidelines (Preferred Reporting Items for Systematic reviews and Meta- Analyses), while the quality assessment of each study was performed using the Joanna Briggs Institute tool.
RESULTS: The included studies revealed alterations in the expression of circulating microRNAs in children with obesity. MicroRNAs such as miR-26b, miR-122, miR-145, and miR-221 were associated with lipogenesis and hepatic metabolism, whereas miR- 146a, miR-223, and miR-486 were linked to markers of systemic inflammation. Epigenetic modifications, including methylation changes in regions encoding microRNAs, appeared to vary according to the degree of obesity. Furthermore, data from neonates suggest that maternal obesity and placental methylation of C19MC miRNA cluster influence fetal microRNAs and are associated with an increased risk of obesity.
CONCLUSIONS: MicroRNAs seem to play an active role in regulating metabolism and inflammation, reflecting early alterations before clinical complications emerge. The intrauterine period is highlighted as a critical window for metabolic programming. Larger and methodologically homogeneous studies would be valuable in the future to explore microRNAs as biomarkers or potential therapeutic targets.
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Παιδική παχυσαρκία, MicroRNA, Γενετική, Επιγενετική, Μεταβολικός προγραμματισμός
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Childhood obesity, MicroRNA, Genetics, Epigenetics, Metabolic programming
Αριθμός σελίδων
113
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
111
Ψηφιακά Αρχεία
Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5361332
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
02/03/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Μπακοπούλου Φλώρα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Τσίτσικα Άρτεμις, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος Τίτλος
Επίπεδα ανδρογόνων σε έφηβες: συσχέτιση με τα στάδια σεξουαλικής ανάπτυξης κατά Tanner
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
Androgen levels in teenage girls: correlation with Tanner stages of sexual development
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η εφηβεία αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο ωρίμανσης, κατά την οποία συμβαίνουν σημαντικές ορμονικές και σωματικές αλλαγές. Η ενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–γονάδων οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής ανδρογόνων και οιστρογόνων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου και τη σταδιακή εγκατάσταση της αναπαραγωγικής ικανότητας. Οι ορμονικές αυτές μεταβολές συχνά συνοδεύονται από κλινικές εκδηλώσεις υπερανδρογοναιμίας, όπως διαταραχές εμμήνου ρύσεως, ακμή και υπερτρίχωση. Η κατανόηση της σχέσης μεταξύ των ανδρογόνων, των σταδίων σεξουαλικής ωρίμανσης και των κλινικών εκδηλώσεων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μπορεί να προσφέρει έγκαιρα διαγνωστικά στοιχεία για την πρόληψη και αντιμετώπιση συνδρόμων όπως το PCOS στην ενήλικη ζωή.
ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν (1) να διερευνηθεί η συσχέτιση των επιπέδων ανδρογόνων (τεστοστερόνη, SHBG, DHEA-S, DHEA, Δ4-ανδροστενδιόνη, 17-OH προγεστερόνη) με τα στάδια Tanner (μαστού, εφηβαίου και μασχάλης) σε έφηβα κορίτσια και (2) να εξεταστεί κατά πόσο οι αυξημένες τιμές ανδρογόνων σχετίζονται με την παρουσία κλινικών εκδηλώσεων υπερανδρογοναιμίας, δηλαδή ακμή, διαταραχές εμμήνου ρύσεως και υπερτρίχωση, όπως αυτή αποτυπώνεται με το FG score.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 1000 έφηβα κορίτσια διαφόρων σταδίων εφηβείας. Καταγράφηκαν τα στάδια Tanner για μαστό, εφήβαιο και μασχάλη, ενώ πραγματοποιήθηκαν αιματολογικές μετρήσεις για τον προσδιορισμό των επιπέδων ανδρογόνων. Για τη διερεύνηση των συσχετίσεων χρησιμοποιήθηκαν γραμμικά και λογιστικά μοντέλα παλινδρόμησης. Το επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε στο p < 0.05.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Διαπιστώθηκε ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης, DHEA-S, DHEA, Δ4-ανδροστενδιόνης και 17-OH προγεστερόνης παρουσίασαν θετική και στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την πρόοδο των σταδίων Tanner, ενώ η SHBG εμφάνισε αρνητική συσχέτιση. Επιπλέον, υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης, DHEA-S και Δ4-ανδροστενδιόνης βρέθηκαν να σχετίζονται με αυξημένη πιθανότητα διαταραχών εμμήνου ρύσεως, καθώς και με υψηλότερο FG score. Η παρουσία ακμής εμφάνισε συσχέτιση με ορισμένες ορμόνες, χωρίς όμως όλες οι σχέσεις να είναι στατιστικά σημαντικές.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η αύξηση των ανδρογόνων σχετίζεται άμεσα με την πρόοδο της εφηβικής ανάπτυξης, αλλά και με την εμφάνιση εκδηλώσεων υπερανδρογοναιμίας. Οι ισχυρότερες συσχετίσεις καταγράφηκαν για την τεστοστερόνη, τη Δ4-ανδροστενδιόνη και τη DHEA-S. Η έγκαιρη αναγνώριση αυτών των προτύπων μπορεί να συμβάλει στη διαγνωστική προσέγγιση και την πρόληψη μακροπρόθεσμων επιπλοκών, όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.
ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ: Παιδιατρική Ενδοκρινολογία, Εφηβική Ιατρική
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Adolescence is a critical period characterized by activation of the hypothalamic–pituitary–gonadal axis and marked hormonal changes. Increased androgen secretion contributes to the development of secondary sexual characteristics but may also lead to clinical signs of hyperandrogenism, including menstrual irregularities, acne, and hirsutism. Understanding these associations is essential for early recognition of conditions such as polycystic ovary syndrome (PCOS).
AIM: The aim of this study was (1) to investigate the association of androgen levels (testosterone, SHBG, DHEA-S, DHEA, Δ4-androstenedione, and 17-OH progesterone) with Tanner stages of breast, pubic, and axillary development in adolescent girls, and (2) to assess their relationship with clinical manifestations of hyperandrogenism, namely menstrual irregularities, acne, and hirsutism (FG score).
METHODOLOGY: A cross-sectional study was conducted in 1000 adolescent girls at different Tanner stages. Clinical examination included Tanner staging of breast, pubic, and axillary development. Serum levels of the selected hormones were measured and linear and logistic regression analyses were performed to explore associations with Tanner stages and clinical features. Statistical significance was set at p < 0.05.
RESULTS: Progression of Tanner stages was positively associated with increased levels of testosterone, DHEA-S, Δ4-androstenedione, and 17-OH progesterone, while SHBG showed a negative association. Elevated testosterone, DHEA-S, and Δ4-androstenedione were significantly related to menstrual irregularities and higher FG scores. No hormone showed a consistent significant association with acne.
CONCLUSIONS: Androgen levels increase progressively during pubertal development and are significantly associated with menstrual irregularities and hirsutism, but less so with acne. Testosterone, Δ4-androstenedione, and DHEA-S were the strongest predictors of hyperandrogenic features. Early recognition of these patterns may facilitate timely diagnosis and management of adolescents at risk for PCOS.
SUBJECT AREA: Pediatric Endocrinology, Adolescent Medicine
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Εφηβεία, Tanner, Ανδρογόνα, Διαταραχές εμμήνου ρύσεως, Ακμή, Υπερτρίχωση, FG score
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Adolescence, Tanner staging, Androgens, SHBG, Menstrual irregularities, Acne, Hirsutism, FG score
Αριθμός σελίδων
55
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
23
Ψηφιακά Αρχεία
Πρόσβαση από 28/08/2026
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5359101
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
28/04/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Φεσσάτου Σμαραγδή, Επίκουρη Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Καναβάκη Ινώ, Παιδίατρος – Παιδογαστρεντερολόγος, Επιστημονική Συνεργάτης Γ’ Παιδιατρικής Κλινικής, Ιατρική Σχολή Ε.Κ.Π.Α., Π.Γ.Ν. «Αττικόν»
Φώτης Λάμπρος, Επίκουρος Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος τίτλος
Συσχέτιση αιματολογικών δεικτών φλεγμονής με την ενεργότητα της ιδιοπαθούς φλεγμονώδους νόσου του εντέρου σε παιδιά στην Ελλάδα
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
Correlation of inflammatory blood factors with disease activity of inflammatory bowel disease at children in Greece
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ιδιοπαθής φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (ΙΦΝΕ), περιλαμβάνει τη νόσο Crohn και την ελκώδη κολίτιδα και αποτελεί μια χρόνια υποτροπιάζουσα φλεγμονώδη νόσο με αυξανόμενη επίπτωση στον παιδιατρικό πληθυσμό. Η έγκαιρη εκτίμηση της ενεργότητας της νόσου είναι καθοριστική για τη θεραπευτική αντιμετώπιση και τη βελτίωση της πρόγνωσης. Παρόλο που η ενδοσκόπηση αποτελεί τη μέθοδο εκλογής για την αξιολόγηση της ενεργότητας, είναι επεμβατική, κοστοβόρα και δύσκολα επαναλαμβανόμενη στα παιδιά, για αυτό υπάρχει ανάγκη για μη επεμβατικούς, αξιόπιστους, γρήγορους και οικονομικά αποδοτικούς δείκτες φλεγμονής.
ΣΚΟΠΟΣ: Καταγραφή και η συσχέτιση δεικτών φλεγμονής με την ενεργότητα της νόσου σε παιδιά με ΙΦΝΕ. Δευτερεύων σκοπός είναι η αξιολόγηση της διαγνωστικής ακρίβειας των δεικτών και ο καθορισμός διαχωριστικού ορίου.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη κοορτής 61 παιδιατρικών ασθενών με ΙΦΝΕ (42 ασθενείς με ν.Crohn και 19 με ελκώδη κολίτιδα) που παρακολουθήθηκαν σε παιδογαστρεντερολογικό ιατρείο τριτοβάθμιου νοσοκομείου κατά το χρονικό διάστημα Ιανουάριος 2008 έως Μάιος 2023. Συλλέχθηκαν δημογραφικά και κλινικά δεδομένα, αιματολογικοί δείκτες φλεγμονής, συγκεκριμένα C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων (ESR), λευκά αιμοσφαίρια (WBC), ουδετερόφιλα (ΝEUT), αιμοπετάλια (PLTs), αλβουμίνη (ALB), καλπροτεκτίνη κοπράνων (FCAL) και λόγοι όπως CRP προς ALB (CRP/ALB). Η ενεργότητα της νόσου εκτιμήθηκε με τους δείκτες PCDAI (Pediatric Crohn’s Disease Activity Index) και PUCAI (Pediatric Ulcerative Colitis Activity Index). Ακολούθησε στατιστική ανάλυση και υπολογισμός ROC καμπυλών.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά των μετρήσεων κατά την έξαρση και ύφεση της νόσου και στα δύο νοσήματα. Συγκεκριμένα, στη νόσο Crohn η FCAL είχε σημαντικά μεγαλύτερη προγνωστική αξία από τους υπόλοιπους δείκτες, η οποία δε διέφερε σημαντικά από των δεικτών CRP και CRP/ALB, αλλά ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από των υπολοίπων. Επίσης, δεν υπήρχε σημαντική διαφορά ανάμεσα στους δείκτες PLTS, ALB, WBC και NEUT. Στην ελκώδη κολίτιδα, η ESR και η FCAL είχαν σημαντικά μεγαλύτερη προγνωστική αξία συγκριτικά με του δείκτες CRP, CRP/ALB, WBC, PLTS, ALB και NEUT. Οι υπόλοιποι δείκτες δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η καλπροτεκτίνη κοπράνων, σε συνδυασμό με δείκτες όπως η CRP, η ESR και ο λόγος CRP/ALB, μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο, μη επεμβατικό εργαλείο εκτίμησης της φλεγμονώδους δραστηριότητας, περιορίζοντας την ανάγκη για συχνές ενδοσκοπήσεις. Η αξία αυτών των δεικτών είναι ιδιαίτερα σημαντική στην παιδιατρική ηλικία, όπου η τακτική παρακολούθηση της πορείας της νόσου απαιτεί μεθόδους που είναι ευκολότερα αποδεκτές και εφαρμόσιμες στην κλινική πράξη
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
INTRODUCTION: nflammatory bowel disease (IBD), including Crohn’s disease and ulcerative colitis, is a chronic relapsing inflammatory condition with an increasing incidence in the pediatric population. Early assessment of disease activity is crucial for guiding therapeutic management and improving prognosis. Although endoscopy is considered the gold standard for the evaluation of disease activity, it is invasive, costly, and difficult to repeat frequently in children. Therefore, there is a growing need for non-invasive, reliable, rapid, and cost-effective inflammatory markers.
AIM: The primary aim was to record and evaluate the correlation between inflammatory markers and disease activity in children with IBD. A secondary aim was to assess the diagnostic accuracy of these markers and to determine optimal cut-off values.
METHODOLOGY: This was a retrospective cohort study including 61 pediatric patients with IBD (42 with Crohn’s disease and 19 with ulcerative colitis) followed at a pediatric gastroenterology outpatient clinic of a tertiary care hospital between January 2008 and May 2023. Demographic and clinical data were collected, along with inflammatory blood markers including C-reactive protein (CRP), erythrocyte sedimentation rate (ESR), white blood cell count (WBC), neutrophils (NEUT), platelets (PLTs), albumin (ALB), fecal calprotectin (FCAL) and derived ratios such as CRP-to-albumin ratio (CRP/ALB). Disease activity was assessed using the Pediatric Crohn’s Disease Activity Index (PCDAI) and the Pediatric Ulcerative Colitis Activity Index (PUCAI). Statistical analysis and receiver operating characteristic (ROC) curve analysis were performed.
RESULTS: A statistically significant difference in inflammatory marker levels was observed between disease flare and remission in both conditions. In Crohn’s disease, FCAL demonstrated significantly higher prognostic value compared to most inflammatory markers; its performance did not differ significantly from CRP and CRP/ALB but was superior to the remaining markers. No significant differences were observed among PLTs, ALB, WBC, and NEUT. In ulcerative colitis, ESR and FCAL showed significantly higher prognostic value compared to CRP, CRP/ALB, WBC, PLTs, ALB, and NEUT, while no significant differences were found among the remaining markers.
CONCLUSIONS: Fecal calprotectin, in combination with inflammatory markers such as CRP, ESR, and the CRP/ALB ratio, may serve as reliable, non-invasive tools for the assessment of inflammatory activity, reducing the need for frequent endoscopic evaluations. Their value is particularly important in pediatric patients, in whom regular disease monitoring requires methods that are more acceptable and feasible in routine clinical practice.
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
ΙΦΝΕ, Παιδιά, Φλεγμονή, Ενεργότητα, Πρόγνωση
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
IBD, Children, Inflammation, Disease activity, Progno
Αριθμός σελίδων
103
Ευρετήριο
Ναι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
4
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
70
Ψηφιακά Αρχεία
Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF (Επιτρέπεται η πρόσβαση εντός του δικτύου του Ιδρύματος)
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5373547
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
07/04/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Σολδάτου Αλεξάνδρα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος τίτλος
Τα παιδικά ατυχήματα σε παιδιατρικό τμήμα επειγόντων περιστατικών ενός δευτεροβάθμιου επαρχιακού νοσοκομείου: επιβάρυνση και παράγοντες κινδύνου
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
Pediatric accidents in a pediatric emergency department of a secondary regional hospital: burden and risk factorsure
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Τα παιδικά ατυχήματα αφορούν σε ακούσια γεγονότα που προκαλούν βλάβη στα παιδιά, από μικροτραυματισμούς έως απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις. Συμβάλλουν σημαντικά στις επισκέψεις στα τμήματα επειγόντων περιστατικών και στις νοσηλείες. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα ειδικά για τα δευτεροβάθμια νοσοκομεία και την επιμέρους επιβάρυνση των τμημάτων επειγόντων περιστατικών τους. Η παρούσα μελέτη στοχεύει να γεφυρώσει αυτό το ερευνητικό κενό παρέχοντας εστιασμένες πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τις επιπτώσεις των παιδιατρικών ατυχημάτων σε ένα δευτεροβάθμιο περιφερειακό νοσοκομείο.
ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της μελέτης είναι η καταγραφή του ποσοστού των παιδικών ατυχημάτων στο Παιδιατρικό Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Χαλκίδας σε σχέση με το σύνολο των επειγουσών παιδιατρικών επισκέψεων. Επιπλέον, στοχεύει στην καταγραφή του τύπου και της έκβασης αυτών των ατυχημάτων, στη διερεύνηση των σχετικών παραγόντων κινδύνου και στην αξιολόγηση των δυνατοτήτων πρόληψης.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Για την αξιολόγηση των συσχετίσεων μεταξύ των διερευνούμενων μεταβλητών χρησιμοποιήθηκαν οι μη παραμετρικές διαδικασίες Mann-Whitney και Kruskal-Wallis και το Pearson X2. Η κανονικότητα ελέγχθηκε με τις δοκιμές Kolmogorov-Smirnov και Shapiro-Wilk. Η στατιστική ανάλυση διεξήχθη με τη χρήση του IBM SPSS Statistics (έκδοση 29), με τη σημαντικότητα να ορίζεται σε p < 0,05.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου προσήλθαν κατά τη μελετώμενη περίοδο 8710 παιδιά ηλικίας 0 έως 16 ετών. Από αυτά 1480 (17%) υπέστησαν ατύχημα. Ιατρικές πληροφορίες ήταν διαθέσιμες σε 660 από αυτές τις επισκέψεις (44.5%). Η πλειονότητα των παιδιών προσκομίστηκε αυτοβούλως (98.3%), 64.2% ήταν αγόρια, η μέση ηλικία ήταν τα 6.8 έτη, τα περισσότερα (62.1%) ήταν κάτοικοι του Δήμου Χαλκιδέων, Ελληνικής υπηκοότητας (89.4%) και διέθεταν ιατρική ασφάλεια (74.5%). Η συχνότερη αιτία προσέλευσης λόγω ατυχήματος ήταν οι πτώσεις (19%). Ποσοστό 22.3% των παιδιών με ατύχημα χρειάστηκε να παραπεμφθεί σε τριτοβάθμιο νοσοκομείο, ενώ 17.1% των παιδικών ατυχημάτων πιθανόν θα μπορούσε να είχε προληφθεί με την εφαρμογή κανόνων παθητικής και ενεργητικής ασφάλειας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Από τη μελέτη προκύπτει ότι τα παιδικά ατυχήματα επιβαρύνουν τα τμήματα επειγόντων περιστατικών, ενώ σημαντικό ποσοστό από αυτά πιθανόν θα μπορούσε να έχει προληφθεί. Αναδεικνύεται η ανάγκη για εκπαίδευση με πρωτοβουλίες όπως οι καμπάνιες ενημέρωσης, οι εκστρατείες σε σχολεία ή ευρείες ενημερώσεις με ηλεκτρονικά μέσα, ενώ απαραίτητη είναι η παρουσία νομικού πλαισίου και ελεγκτικών μηχανισμών από την πολιτεία. Βασικό στοιχείο για την εκπόνηση σχεδιασμού είναι η μελέτη και καταγραφή των συμβάντων που απειλούν την ασφάλεια των παιδιών και η διερεύνηση των παραγόντων κινδύνου και των επιμέρους χαρακτηριστικών που αφορούν σε μια περιοχή, νομό ή χώρα.
ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ: Παιδιατρική έκτακτη ανάγκη, ατυχήματα, δημόσια υγεία
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
INTRODUCTION: Pediatric accidents refer to unintentional events that cause harm to children, ranging from minor injuries to life-threatening accidental events. They significantly contribute to emergency department visits and to hospitalizations. There is limited data regarding secondary hospitals and the burden on their emergency departments. This study aims to fill this scientific gap by providing focused information on the characteristics and impacts of pediatric accidents in a secondary regional hospital.
AIM: The aim is to record the percentage of pediatric accidents in the Pediatric Emergency Department (PED) of the General Hospital of Chalkida in relation to the total number of pediatric emergency visits. Additionally, the study aims to record the type and outcome of these accidents, investigate related risk factors and assess potential prevention strategies.
METHODOLOGY: Ιn order to assess association between the investigated variables, non-parametric procedures such as Mann-Whitney, Kruskal-Wallis, and Pearson’s Chi-Square tests were used. Normality was tested using the Kolmogorov-Smirnov and Shapiro-Wilk tests. Statistical analysis was performed using IBM SPSS Statistics (version 29), with significance set at p < 0.05.
RESULTS: During the study period, 8710 children aged 0 to 16 years visited the Pediatric Emergency Department of the hospital. Of those, 1480 (17%) experienced an accident. Medical information data was available for 660 of those visits (44.5%). The majority of children presented voluntarily (98.3%), 64.2% were boys, the average age was 6.8 years, most of them (62.1%) were residents of the Municipality of Chalkida, held Greek nationality (89.4%) and had health insurance (74.5%). Falls (19%) were the most common type of emergency pediatric accident. 22.3% of pediatric patients with an accident were referred to a tertiary hospital, whereas 17.1% of pediatric accidents could possibly have been prevented by applying passive and active safety measures.
CONCLUSIONS: The study concludes that pediatric accidents impose a burden on emergency departments, while a significant proportion of these accidents may be preventable. Therefore, the need for education through initiatives such as public campaigns, school outreach programs or broader electronic media campaigns arises. At the same time, establishment of a comprehensive legal framework and implementation of regulatory mechanisms by the state is crucial. Formulation of strategic plans includes recording and studying accidents that threaten children’s safety and investigating risk factors in addition to specific characteristics related to a region, county, or country.
SUBJECT AREA: Pediatric emergency, accidents, public health
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Παιδιατρικό τραύμα, Πτώσεις, Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, Παράγοντες κινδύνου, Πρόληψη παιδικών ατυχημάτων
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Pediatric trauma, Falls, Emergency Department, Risk factors, Pediatric accident prevention
Αριθμός σελίδων
102
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
85
Ψηφιακά Αρχεία
Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5371534
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
15/04/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Παλτόγλου Γεώργιος, Επίκουρος Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Βασιλάκης Ιωάννης Ανάργυρος, Επιμελητής Α΄ ΕΣΥ, Α΄ Παιδιατρική Κλινική Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., Γ.Ν. Παίδων, «Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ», Αθήνα
Πρωτότυπος τίτλος
Συστηματική ανασκόπηση για τα βραδείας και παρατεταμένης αποδέσμευσης σκευάσματα υδροκορτιζόνης (modified-release hydrocortisone, MR-HC) στη θεραπεία της κλασικής μορφής συγγενούς υπερπλασίας των επινεφριδίων
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
Delayed and extended-release hydrocortisone formulations (modified-release hydrocortisone, MR-HC) in the treatment of classic congenital adrenal hyperplasia: a systematic review of the literature
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η Συγγενής Υπερπλασία των Επινεφριδίων (ΣΥΕ) λόγω ανεπάρκειας της 21-υδροξυλάσης είναι μία γενετική νόσος που κληρονομείται με αυτοσωματικό υπολειπόμενο χαρακτήρα. Η ΣΥΕ χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή παραγωγή κορτικοστεροειδών και αλατοκορτικοειδών και υπερπαραγωγή επινεφριδιακών ανδρογόνων. H κλασική μορφή ΣΥΕ έχει επίπτωση 1:10.000 με 1:20.000 ζώντων ασθενών. H θεραπεία της κλασικής ΣΥΕ συμπεριλαμβάνει την υποκατάσταση με γλυκοκορτικοειδή και αλατοκορτικοειδή. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλασικής ΣΥΕ συχνά απαιτεί χορήγηση υψηλών δόσεων γλυκοκορτικοειδών, κατά προτίμηση υδροκορτιζόνης.
ΣΚΟΠΟΣ: Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση αξιολογεί την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και τα θεραπευτικά αποτελέσματα των βραδείας και παρατεταμένης αποδέσμευσης σκευασμάτων υδροκορτιζόνης (MR-HC) στην αντιμετώπιση της Κλασικής Μορφής ΣΥΕ.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Στα πλαίσια της ανασκόπησης πραγματοποιήθηκε μία συστηματική αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων PubMed/Medline, Google Scholar και Scopus, συμπεριλαμβανομένων άρθρων που δημοσιεύτηκαν έως και τον Ιούλιο 2024. Στην παρούσα ανασκόπηση συμπεριλήφθησαν τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, προοπτικές μελέτες (μελέτες κοορτής) και μελέτες ασθενών-μαρτύρων στην αγγλική γλώσσα, που συγκρίνουν τα σκευάσματα MR-HC με τα παραδοσιακά κορτικοστεροειδή σε ασθενείς με κλασική ΣΥΕ. Εξαιρέθηκαν μελέτες από περιεχόμενα συνεδρίων, περιγραφικές μελέτες και παρουσιάσεις κλινικών περιστατικών.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Μετά την αρχική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, αφαιρέθηκαν τα διπλότυπα. Οι υπόλοιπες μελέτες αξιολογήθηκαν από δύο ανεξάρτητους ερευνητές βάσει των προκαθορισμένων κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού. Από τα 166 άρθρα που βρέθηκαν στην βιβλιογραφία, συμπεριλήφθησαν τελικά 10 μελέτες στην παρούσα ποιοτική ανάλυση.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σύμφωνα με τη συστηματική ανασκόπηση, η θεραπεία υποκατάστασης με σκευάσματα MR-HC είναι μία ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για την κλασική ΣΥΕ. Αυτά τα σκευάσματα βελτιώνουν την ορμονική ρύθμιση και μειώνουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των παραδοσιακών κορτικοστεροειδών. Η χορήγηση σκευασμάτων MR-HC δύο φορές ημερησίως, με την μεγαλύτερη δόση το βράδυ και την μικρότερη το πρωί, μιμείται τον φυσιολογικό κιρκάδιο ρυθμό κορτιζόλης και βελτιώνει την ποιότητα ζωής των ασθενών. Επομένως, η θεραπεία υποκατάστασης με MR-HC περιορίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες υπερκοτιζολαιμίας και αναστέλλει την υπερέκκριση επινεφριδιακών ανδρογόνων.
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
INTRODUCTION: Congenital adrenal hyperplasia (CAH) due to 21-hydroxylase deficiency is an autosomal recessive genetic condition characterized by impaired glucocorticoid and often mineralocorticoid secretion, and adrenal hyperandrogenism. The incidence of classic CAH is approximately 1:10.000 to 1:20.000 live births. Treatment of classic CAH entails glucocorticoid and mineral corticoid replacement. Effective management of classic CAH often requires high doses of glucocorticoids, preferentially hydrocortisone.
AIM: Τhis systematic review studies the efficacy, safety and treatment outcomes of modified-release hydrocortisone (MR-HC) used in the management of classic CAH.
METHODOLOGY: A systematic search of PubMed/Medline, Google Scholar and Scopus was conducted, including reports published up to July 2024. Randomized control trials (RCT), cohort and case-control studies published in English, that compared MR-HC with traditional corticosteroids in patients with classic CAH, were included. Studies from conferences, reviews or case-reports were excluded.
RESULTS: Following the original systematic literature search, duplicates were excluded. The remaining studies were evaluated by 2 independent researchers according to pre-determined inclusion and exclusion criteria. From the original 166 retrieved studies, a total of 10 studies were included in the qualitative synthesis.
CONCLUSIONS: According to this systematic review, MR-HC replacement therapy is a safe and efficient replacement therapy for classic CAH. These formulations improve the hormonal regulation and decrease the non-desirable effects of traditional corticosteroids. The twice-daily MR-HC regimen improves the quality of life of patients, because it mimics the physiological diurnal rhythm of cortisol, prevents adverse reactions of hypercortisolemia and inhibits the increased secretion of androgens.
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Συγγενής υπερπλασία επινεφριδίων, Φυσιολογική υποκατάσταση κορτικοστεροειδών, Βραδείας και παρατεταμένης αποδέσμευσης υδροκορτιζόνη, Κιρκάδιος ρυθμός υποκατάστασης υδροκορτιζόνης.
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Congenital adrenal hyperplasia, Physiological glucocorticoid replacement, Modified release Hydrocortisone, Circadian hydrocortisone replacement.
Αριθμός σελίδων
67
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
18
Ψηφιακά Αρχεία
Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF (Επιτρέπεται η πρόσβαση εντός του δικτύου του Ιδρύματος)
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5370696
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
05/03/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Περδικάρης Παντελεήμων, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Κουτελέκος Ιωάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ
Ντινόπουλος Αργύριος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος τίτλος
Διερεύνηση της ποιότητας ζωής των παιδιών και εφήβων με επιληψία. Μία ανασκόπηση ενσωμάτωσης
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
Investigation of the quality of life of children and adolescents with epilepsy. An integrative review
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παιδική επιληψία επηρεάζει ένα μεγάλο ποσοστό οικογενειών παγκοσμίως και πολλοί επαγγελματίες υγείας έχουν μελετήσει αυτό το χρόνιο νόσημα με σκοπό να βελτιώσουν την Ποιότητα Ζωής Σχετιζόμενη με την Υγεία (ΠΖΣΥ) των παιδιών και εφήβων που πάσχουν. Τα τελευταία χρόνια έχει δημοσιευθεί πληθώρα πρωτογενών ερευνών στον τομέα ενώ οι ανασκοπήσεις είναι λίγες.
ΣΚΟΠΟΣ: Ο κύριος σκοπός της ανασκόπησης ήταν η διερεύνηση της ΠΖΣΥ των παιδιών με επιληψία σε παγκόσμιο επίπεδο. Δευτερεύοντες σκοποί αποτέλεσαν η ανάδειξη των παραγόντων που επηρεάζουν την ΠΖΣΥ σε παιδιά με επιληψία και των εργαλείων μέτρησης της ΠΖΣΥ των παιδιών αυτών.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Έγινε αναζήτηση της βιβλιογραφίας στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων PubMed, Scopus και Google Scholar στην αγγλική γλώσσα με το συνδυασμό των λέξεων-κλειδιά (“quality of life”) AND [(“pediatric epilepsy”) OR (“childhood epilepsy”)]. Ως κριτήρια ένταξης τέθηκαν: 1) η δημοσίευση να έχει γίνει μεταξύ 1/2021 – 12/2024, 2) ο πληθυσμός της μελέτης να έχει διαγνωσμένη επιληψία, 3) η ηλικία του πληθυσμού να είναι μέχρι τα 18 έτη. Στη μελέτη εντάχθηκαν ερευνητικές εργασίες οποιουδήποτε μεθοδολογικού σχεδιασμού και αποκλείσθηκαν οι ανασκοπήσεις κάθε είδους, οι μετα-αναλύσεις και οι μελέτες περίπτωσης.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο τελικός αριθμός των αναφορών που συμπεριλήφθηκαν στην ανασκόπηση ήταν 21. Ο βασικός άξονας θεματολογίας όλων των ερευνών ήταν η μελέτη της ΠΖΣΥ των παιδιών/εφήβων με επιληψία. Συγκεκριμένα, 3 άρθρα είχαν ως θέμα τη χειρουργική θεραπεία της επιληψίας,1 τη φαρμακευτική αντιμετώπιση, 4 τον ύπνο και τη συσχέτισή του με την ΠΖΣΥ, 4 τους ψυχολογικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες που συνδέονται με την ΠΖΣΥ, όπως την κατάθλιψη, τη ΔΕΠΥ, το οικογενειακό άγχος, την εκτελεστική λειτουργία κλπ, ενώ αξιολόγηση, μέτρηση και καταγραφή της ΠΖΣΥ έγινε σε 6 μελέτες. Τέλος, την επίδραση της ποιότητας παρεχόμενης φροντίδας και του συστήματος υγείας στην ΠΖΣΥ των παιδιών και των οικογενειών τους ανέλυσαν 3 μελέτες. Σε όλες τις έρευνες που τα παιδιά με επιληψία συγκρίνονται με μια υγιή ομάδα οι βαθμολογίες της ΠΖΣΥ τους είναι χαμηλότερες.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ΠΖΣΥ των παιδιών και εφήβων με επιληψία είναι γενικά χαμηλή και απαιτείται ολιστική φροντίδα με στόχο τη βελτίωσή της και όχι μόνο τη θεραπεία της νόσου ή τη μείωση των κρίσεων.
ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ: Παιδική επιληψία
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BACKGROUND: Childhood epilepsy affects a large percentage of families worldwide, and many health professionals have studied this chronic disease with the aim of improving the QoL of children and adolescents who suffer from it. In recent years, a wealth of primary research has been published in this field, while reviews are few.
AIM: The main purpose of the review was to investigate the QoL of children with epilepsy worldwide. Secondary objectives were to identify the factors that influence QoL in children with epilepsy and the tools used to measure QoL in these children.
METHODOLOGY: A literature search was conducted in the PubMed, Scopus, and Google Scholar electronic databases in English using the combination of keywords (“quality of life”) AND [(“pediatric epilepsy”) OR (“childhood epilepsy”)]. The inclusion criteria were: 1) publication between 1/2021 and 12/2024, 2) the study population had a diagnosis of epilepsy, 3) the age of the population was up to 18 years. Research studies of any methodological design were included in the study, and reviews of any kind, meta-analyses, and case studies were excluded.
RESULTS: The final number of reports included in the review was 21. The main theme of all studies was the examination of the QoL of children/adolescents with epilepsy. Specifically, 3 articles focused on the surgical treatment of epilepsy, 1 on pharmacological treatment, 4 on sleep and its association with QoL, 4 on psychological and behavioral factors associated with QoL, such as depression, ADHD, family stress, executive function, etc., while 6 studies evaluated, measured, and recorded QoL. Finally, 3 studies analyzed the effect of the quality of care provided and the health system on the QoL of children and their families. In all studies where children with epilepsy are compared to a healthy group, their QoL scores are lower.
CONCLUSIONS: The QoL of children and adolescents with epilepsy is generally low, and holistic care is required to improve it, rather than just treating the disease or reducing seizures.
SUBJECT AREA: Childhood epilepsy
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Παιδική επιληψία, Ποιότητα ζωής, Ανασκόπηση ενσωμάτωσης
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Childhood epilepsy, Quality of life, Integrative review
Αριθμός σελίδων
113
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Nαι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
111
Ψηφιακά Αρχεία
Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5358474
Δημοσίευση
Ακαδημαϊκή μονάδα
ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Βιβλιοθήκη κατάθεσης
ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας
Ημερομηνία κατάθεσης
23/06/2026
Έτος εκπόνησης
2026
Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή
Ευστρατιάδου Ευαγγελία Αντωνία, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Λογοθεραπείας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Mίχου Αιμιλία, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Λογοθεραπείας, Σχολή Επιστημών Αποκατάστασης Υγείας, Πανεπιστήμιο Πατρών
Μπριάνα Δέσποινα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ
Πρωτότυπος τίτλος
Η επίδραση των γονεϊκών πρακτικών σίτισης στη συμπεριφορική σίτιση των νηπίων: συστηματική ανασκόπηση και μετά-ανάλυση
Γλώσσες εργασίας
Ελληνικά
Μεταφρασμένος τίτλος
The impact of parental feeding practices on infant feeding behavior: a systematic review and meta-analysis
Περίληψη
Ελληνικά:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η πρώιμη συμπεριφορική ανάπτυξη στον τομέα της σίτισης διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις γονεϊκές στρατηγικές. Παρότι η βιβλιογραφία έχει αναδείξει τη συσχέτιση μεταξύ των πρακτικών σίτισης και των διατροφικών συμπεριφορών των παιδιών, τα διαθέσιμα ευρήματα παραμένουν αποσπασματικά και στερούνται ποσοτικής ενοποίησης. Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση αποσκοπεί στην εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της επίδρασης υποστηρικτικών (responsive) έναντι ελεγκτικών (controlling) πρακτικών σίτισης σε συμπεριφορικές εκβάσεις νηπίων ηλικίας 18–36 μηνών, απαντώντας σε κενά θεωρητικής κατανόησης και μεθοδολογικής τεκμηρίωσης.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Η παρούσα ανασκόπηση εκπονήθηκε βάσει των κατευθυντήριων οδηγιών PRISMA 2020. Η αναζήτηση τεκμηρίων επικεντρώθηκε στη βάση PubMed για την περίοδο 2019–2024, με κριτήρια ένταξης κλινικές μελέτες που εξετάζουν παρεμβάσεις σίτισης σε νήπια ηλικίας 18–36 μηνών. Η αξιολόγηση της μεθοδολογικής εγκυρότητας πραγματοποιήθηκε με το εργαλείο CochraneRoB 2 και PEDROs για τις επιλεχθήσες μελέτες, ενώ η μετα-ανάλυση βασίστηκε σε υπολογισμό σταθμισμένης μέσης διαφοράς (SMD), με εφαρμογή ελέγχων ευαισθησίας και αξιολόγηση πιθανής μεροληψίας δημοσίευσης μέσω των δοκιμασιών Egger και Trimand-Fill.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Κατόπιν επιλογής με βάση τα κριτήρια ένταξης, συμπεριλήφθηκαν 28 μελέτες που διερευνούν παρεμβάσεις όπως ο θηλασμός, η στοματοκινητική διέγερση, η εντερική χορήγηση DHA, η φροντίδα τύπου καγκουρό και οι ανταποκρινόμενες στρατηγικές σίτισης. Οι αξιολογούμενες συμπεριφορικές εκβάσεις αφορούσαν την ικανότητα αυτορρύθμισης της πρόσληψης τροφής, την προσαρμοστική ανταπόκριση σε ερεθίσματα σίτισης και την αποδοχή νέων γεύσεων. Η μετα-ανάλυση ανέδειξε θετικό και στατιστικώς σημαντικό μέγεθος
επίδρασης υπέρ των υποστηρικτικών πρακτικών (SMD = 0,318, 95% CI: 0,006–0,629, p = 0,046), ενώ οι ελεγκτικές πρακτικές παρουσίασαν αρνητική συσχέτιση με τις υπό μελέτη εκβάσεις. Παρά την αυξημένη ετερογένεια (I² = 88,2%), οι αναλύσεις ευαισθησίας τεκμηρίωσαν τη σταθερότητα των αποτελεσμάτων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της πρώιμης διατροφικής συμπεριφοράς, οι γονεϊκές πρακτικές σίτισης συνιστούν κρίσιμους τροποποιήσιμους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Οι υποστηρικτικές στρατηγικές, οι οποίες ενισχύουν την αυτενέργεια και την αισθητηριακή αλληλεπίδραση του νηπίου με το τρόφιμο, συνδέονται συστηματικά με ευνοϊκές συμπεριφορικές εκβάσεις. Αντιθέτως, οι ελεγκτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις σχετίζονται με παρεμπόδιση της ανάπτυξης λειτουργικών διατροφικών προτύπων. Παρά τις μεθοδολογικές αποκλίσεις των μελετών, αναδύεται συγκλίνουσα τάση υπέρ της ανάγκης έγκαιρων και εξατομικευμένων παρεμβάσεων. Κρίνεται σκόπιμη η ενίσχυση της ερευνητικής τεκμηρίωσης μέσω αναλύσεων υποομάδων και η αξιοποίηση των δεδομένων για τη βελτιστοποίηση της κλινικής πρακτικής.
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
INTRODUCTION: Early behavioral development in the domain of feeding is largely shaped by parental strategies. Although the literature has highlighted the association between feeding practices and children’s eating behaviors, existing findings remain fragmented and lack quantitative synthesis. This systematic review and meta-analysis aim to comprehensively assess the impact of supportive (responsive) versus controlling feeding practices on behavioraloutcomes among infants aged 18–36 months, addressing gaps in theoretical understanding
and methodological substantiation..
METHODOLOGY: Τhis review was conducted in accordance with the PRISMA 2020 guidelines. Evidence was retrieved from the PubMed database covering the period 2019–2024, including clinical studies investigating feeding interventions in infants aged 18–36 months. Methodological quality was assessed using the Cochrane RoB 2 tool and the PEDro scale. The metaanalysis was performed using the calculation of standardized mean differences (SMD), along with sensitivity analyses and evaluation of potential publication bias via Egger’s test and the Trim-and-Fill method.
RESULTS: Following eligibility screening, 28 studies were included, examining interventions such as breastfeeding, oromotor stimulation, enteral DHA supplementation, kangaroo mother care, and responsive feeding strategies. The behavioral outcomes assessed included selfregulation of food intake, adaptive response to feeding stimuli, and acceptance of new flavors. The meta-analysis revealed a positive and statistically significant effect size favoring supportive practices (SMD = 0.318, 95% CI: 0.006–0.629, p = 0.046), while controlling practices were negatively associated with the targeted outcomes. Despite high heterogeneity (I² = 88.2%), sensitivity analyses supported the robustness of the findings..
CONCLUSIONS: Within the context of shaping early eating behavior, parental feeding practices constitute critical and modifiable environmental factors. Supportive strategies, which enhance infant autonomy and sensory interaction with food, are consistently associated with favorable behavioral outcomes. In contrast, controlling interventions are linked to the inhibition of functional dietary patterns. Despite methodological divergences among studies, a converging trend emerges in favor of timely and individualized interventions. Strengthening
the evidence base through subgroup analyses and applying findings to optimize clinical practice is deemed essential.
Κύρια θεματική κατηγορία
Επιστήμες Υγείας
Λέξεις-κλειδιά
Ελληνικά:
Γονεϊκές πρακτικές σίτισης, Συμπεριφορική σίτιση, νήπια 18–36 μηνών, Υποστηρικτικές στρατηγικές, Ελεγκτικές στρατηγικές, Συστηματική ανασκόπηση, Μετά-ανάλυση
Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Parental feeding practices, Behavioral feeding, Infants aged 18–36 months, Supportive strategies, Controlling strategies, Systematic review, Meta-analysis
Αριθμός σελίδων
85
Ευρετήριο
Όχι
Αρ. σελίδων ευρετηρίου
–
Εικονογραφημένη
Όχι
Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών
–
Ψηφιακά Αρχεία
Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF
Μόνιμη διεύθυνση
https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5412895



