Διπλωματικές Εργασίες

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ 2025

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

16/10/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Μοσχόβη Μαρία, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Δούσης Ευάγγελος, Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Κουτελέκος Ιωάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Σαρκώματα μαλακών μορίων στην παιδική ηλικία: κλινική προβολή και χρόνος που μεσολάβησε έως την τελική διάγνωση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Soft tissue sarcomas in children: clinical presentation and time to final diagnosis

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η έγκαιρη διάγνωση του σαρκώματος μαλακών μορίων στα παιδιά είναι σημαντική για τη βελτίωση στον τοπικό έλεγχο της νόσου, τη συνολική επιβίωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών

ΣΚΟΠΟΣ: Η διερεύνηση του χρόνου που μεσολαβεί από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι την τελική διάγνωση και οι επιπτώσεις στην επιβίωση.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Αναδρομική μελέτη ασθενών που διαγνώστηκαν με σάρκωμα μαλακών μορίων και νοσηλεύτηκαν σε δυο ογκολογικά τμήματα α)της Πανεπιστημιακής κλινικής του Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγία Σοφία» και β)του Νοσοκομείου Παίδων «Π. & Α. Κυριακού». Η συλλογή των δεδομένων έγινε μέσω των ιατρικών φακέλων των ασθενών. Ως επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας ορίστηκε το p=0,100.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Μελετήθηκαν 49 ασθενείς (29 αγόρια), με μέση ηλικία διάγνωσης 7,64 (±4,9) έτη. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τη διάγνωση της νόσου κυμάνθηκε από 5 ημέρες έως 3 έτη. Στο 49 % των παιδιών η τελική διάγνωση έγινε εντός 30 ημερών από την έναρξη των συμπτωμάτων, στο 26,5% εντός 30-60 ημερών και στο 18,4% η διάγνωση έγινε μετά από 3 μήνες. Η κλινική προβολή της νόσου ήταν συνηθέστερα ψηλαφητή μάζα/μόρφωμα/οίδημα/διόγκωση στην πάσχουσα περιοχή (61,22%), ενώ σπανιότερος ήταν ο πυρετός (10,20%). Ραβδομυοσάρκωμα (RMS) είχε το 56,3% των παιδιών, non-RMS το 29,2% και σάρκωμα Ewing το 14,6%. Η συνολική 5ετής επιβίωση ήταν 82,94% και στατιστικά σημαντικά υψηλότερη (p=0,002) στους ασθενείς που διαγνώσθηκαν το πρώτο δεκαπενθήμερο από την έναρξη των συμπτωμάτων Ασθενείς με RMS είχαν το υψηλότερο ποσοστό επιβίωσης στην τριετία (96,15%) και στην πενταετία (91,97%), αντίστοιχα, η επιβίωση των ασθενών με non-RMS ήταν 78,5% και 61,88%, αντίστοιχα, ενώ οι ασθενείς με σάρκωμα Ewing είχαν ποσοστό επιβίωσης 85,71%, σταθερό στην τριετία και στην πενταετία. Οι ασθενείς σε υψηλό ποσοστό γεννήθηκαν: με φυσιολογικό τοκετό (57%), μετά από τελειόμηνη κύηση (80%) και με φυσιολογικό βάρος γέννησης (82%)..

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: 1)Τα συνηθέστερα συμπτώματα που παρουσιάζουν ασθενείς με σάρκωμα μαλακών μορίων είναι ψηλαφητή μάζα/μόρφωμα/οίδημα/διόγκωση στην πάσχουσα περιοχή, ενώ ο πυρετός είναι σπανιότερος. 2)Τα άτυπα συμπτώματα προβολής της νόσου οδήγησαν σε μεγάλη καθυστέρηση της διάγνωσης, έως και 3 έτη. 3)Η επιβίωση των ασθενών σχετίζεται με το χρόνο που μεσολάβησε από την κλινική προβολή της νόσου έως την τελική διάγνωση και ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερη (p=0,002) στους ασθενείς που διαγνώσθηκαν το πρώτο δεκαπενθήμερο από την έναρξη των συμπτωμάτων. 4)Οι ασθενείς με RMS εμφάνισαν υψηλότερο ποσοστό επιβίωσης στην τριετία και στην πενταετία σε σχέση με τους ασθενείς με non-RMS. 5)Οι ασθενείς που διαγνώστηκαν με σάρκωμα Ewing μαλακών μορίων παρουσίασαν υψηλά ποσοστά επιβίωσης στην τριετία που παρέμειναν αμετάβλητα στην πενταετία.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: The early diagnosis of soft tissue sarcoma in children is important in order to ι improve the outcome of the disease in terms of local disease control, overall survival and quality of life.

AIM: To investigate the time interval between the onset of symptoms to the final diagnosis and its impact on the survival.

METHODOLOGY: This is a retrospective study of patients diagnosed with soft tissue sarcoma and hospitalized in two oncology departments: a) the University Clinic of “Agia Sofia” Children’s Hospital and b) the “P. and A. Kyriakou” Children’s Hospital. The data collection was conducted through the patients’ medical records. Statistical significance level was set at p=0.100.

RESULTS: Forty-nine patients (29 boys) were studied, with a mean age of 7.64 (±4.9) years at diagnosis. The time interval between the onset of symptoms to the final diagnosis ranged from 5 days to 3 years. The final diagnosis was made in the first 30 days in 49% of children, within 30-60 days in 26.5 % while in 18.4 % of the patients, the diagnosis was made after 3 months. The clinical presentation of the disease was palpable mass/ lump/swelling/enlargement in the affected area in 61.22% of the cases, while fever was less common (10.20%). Rhabdomyosarcoma (RMS) was diagnosed in 56.3% of patients, non-RMS in 29.2% and Ewing’s sarcoma in 14.6%. The overall 5-year survival rate was 82.94% and was statistically significant higher (p=0.002) in patients diagnosed within the first fifteen days of the onset of symptoms. Patients with RMS had the highest survival rate at three years (96.15%) and five years (91.97%), respectively, patients with non-RMS had a SR of 78.5% and 61.88%, respectively, while patients with Ewing’s sarcoma had a survival rate 85.71% that remained stable at 3 and 5-years. The patients were born mainly after a normal delivery (57%), after a full-term pregnancy (80%) and with normal birth weight (82%).

CONCLUSIONS: 1) The most common symptoms in patients with soft tissue sarcoma were a palpable mass/lump/swelling/enlargement in the affected area, while fever was less common. 2) Atypical symptoms was the main delay of diagnosis. 3) Patient’s survival was related to the time interval from the initiation of symptoms to final diagnosis and was statistically significant higher (p=0.002) in patients diagnosed in the first fifteen days after the onset of symptoms. 4) Patients diagnosed with RMS had higher three and 5-years survival rate than non-RMS patients. 5) Patients diagnosed with Ewing’s soft tissue sarcoma had high 3-years survival rates that remained unchanged at 5-years.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Παιδιά, Σάρκωμα, Σύμπτωμα, Χρονικό διάστημα διάγνωσης, Επιβίωση

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Children, Sarcoma, Symptom, Time interval of diagnosis, Survival

Αριθμός σελίδων

71

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

48

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 13/04/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5308842

Δημοσίευση

Akermanidis_Ioannis_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

01/12/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Σιαχανίδου Σουλτάνα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Ο ρόλος της πρώιμης χορήγησης παραγόντων διέγερσης ερυθροποίησης στη νευροπροστασία πρόωρων νεογνών: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The role of early administration of erythropoiesis-stimulating agents in preterm neonatal neuroprotection: A systematic review and meta-analysis

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η προωρότητα είναι μία από τις κύριες αιτίες νεογνικού θανάτου και θνησιμότητας παιδιών κάτω των 5 ετών παγκοσμίως. Οι επιπλοκές της είναι άμεσες και απώτερες στην υγεία ενός νεογνού, με σημαντικότερες τις νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Η βελτίωση της νευροανάπτυξης των πρόωρων νεογνών αποτελεί βασικό στόχο της σύγχρονης ιατρικής. Έχουν μελετηθεί διάφορες θεραπευτικές παρεμβάσεις, όπως αυτή της χορήγησης ερυθροποιητικών παραγόντων (ESAs).

ΣΚΟΠΟΣ: Η παρούσα μελέτη έχει ως σκοπό να ελέγξει εάν η πρώιμη προφυλακτική χορήγηση παραγόντων διέγερσης της ερυθροποίησης (ερυθροποιητίνης ή δαρβοποιητίνης) σε νεογνά <37 εβδομάδων ηλικίας κύησης, βελτιώνει τη νευροανάπτυξή τους, η οποία αξιολογείται σε ηλικία έως 36 μηνών.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Αναζητήθηκαν τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές (RCTs), καθώς και αναδρομικές μελέτες κοορτής, που περιελάμβαναν πρόωρα νεογνά και αφορούσαν στην πρώιμη χορήγηση ερυθροποιητικού παράγοντα και στη σύγκριση με ομάδα ελέγχου, καταγράφοντας νευροαναπτυξιακά αποτελέσματα. Η αναζήτηση έγινε σε 4 μεγάλες βάσεις δεδομένων (MEDLINE, Embase, Cochrane, ICTRP). Εντοπίστηκαν αρχικά 1.142 μελέτες. Μετά από αυστηρή διαλογή, επιλέχθηκαν 9 για να συμπεριληφθούν στη συστηματική ανασκόπηση. Στη μετα-ανάλυση συμπεριλήφθηκαν μόνο οι κλινικές δοκιμές που κατέγραψαν τη νευροαναπτυξιακή έκβαση χρησιμοποιώντας τη διεθνή κλίμακα αξιολόγησης Bayley Scales of Infant Development (BSID) II ή ΙΙΙ, ή τη διάγνωση της εγκεφαλικής παράλυσης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από τις 9 μελέτες που συμπεριλήφθηκαν στην ανασκόπηση, οι 7 ήταν RCTs και οι 2 ήταν αναδρομικές μελέτες κοορτής. Στις RCTs, η ομάδα ελέγχου έλαβε placebo και η ομάδα παρέμβασης ερυθροποιητικό παράγοντα (rhEPO ή δαρβοποιητίνη). Οι νευροαναπτυξιακές αξιολογήσεις έγιναν σε 2.211 βρέφη, χωρίς σαφή στατιστικά αποτελέσματα αλλά με ενδείξεις υπεροχής της νευροανάπτυξης στην ομάδα χορήγησης ερυθροποιητικού παράγοντα. Στη βασική μετα-ανάλυση διαπιστώθηκε υπεροχή των νεογνών που έλαβαν ESAs ως προς το MDI/Cognitive score της κλίμακας BSID-II/III (ΟR:0,60, 95% ΔΕ: 0,40-0,89, p=0,012) και τη συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικής παράλυσης (ΟR: 0,68, 95% ΔΕ: 0,48-0,97, p=0,033). Δεν ανιχνεύθηκε σφάλμα δημοσίευσης για τα ανωτέρω αποτελέσματα. Εν τούτοις, στις αναλύσεις ευαισθησίας που διενεργήθηκαν, εντοπίστηκε ότι ο αποκλεισμός μελετών με υψηλό κίνδυνο συστηματικού σφάλματος, καθιστά το μέγεθος της επίδρασης μη στατιστικά σημαντικό.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η πρώιμη χορήγηση παραγόντων διέγερσης της ερυθροποίησης φαίνεται πως δρα προστατευτικά στη νευροανάπτυξη πρόωρων νεογνών. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για ισχυροποίηση των αποτελεσμάτων και ενδεχομένως θέσπιση κατευθυντήριων οδηγιών.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Prematurity is one of the leading causes of neonatal death and mortality in children under 5 years old, worldwide. Its complications are immediate and long-term in the health of a newborn, with the most prominent the neurodevelopmental disorders. Improving the neurodevelopment of preterm newborns is a key goal of modern medicine. Several therapeutic interventions have been studied, including the administration of erythropoiesis-stimulating agents (ESAs) in preterm infants.

AIM: The aim of this study is to assess whether early prophylactic administration of erythropoietic agents (erythropoietin or darbepoetin) in newborns <37 weeks of gestational age improves their neurodevelopment, evaluated up to 36 months of age.

METHODOLOGY: We searched randomized controlled trials and retrospective studies that involved preterm newborns and examined the early administration of erythropoietic agents, comparing them to a control group, with neurodevelopmental outcomes recorded. The search was conducted across four major databases (MEDLINE, Embase, Cochrane, ICTRP). Initially, 1.142 studies were identified. After a stringent selection process, 9 studies were chosen to be included in the systematic review. The meta-analysis included only clinical trials that recorded neurodevelopmental outcomes using the international Bayley Scales of Infant Development (BSID) II or III, or the diagnosis of cerebral palsy.

RESULTS: Out of the 9 studies included in this review, 7 were RCTs and 2 were retrospective studies. In the RCTs, the control group received a placebo, and the intervention group received an erythropoietic agent (rhEPO or darbepoetin). Neurodevelopmental assessments were made in 2.211 infants; although there were, no clear statistically significant results, there were indications of superior neurodevelopment in the infants treated with the erythropoietic agent. In primary meta-analysis, the superiority of infants treated with ESAs on MDI/Cognitive score of the BSID-II/III scale (OR: 0,60, 95% CI: 0,40-0,89, p=0,012), as well as in the incidence of cerebral palsy (OR: 0,68, 95% CI: 0,48-0,97, p=0,033), was demonstrated. No publication bias was detected for these results. However, in sensitivity analyses, which were conducted after excluding the studies with high statistical error, the statistical significance of the above findings was lost.

CONCLUSIONS: Early administration of erythropoiesis-stimulating agents seems to have a protective effect on the neurodevelopment of preterm newborns. However, further research in this field is required to strengthen the data and potentially establish definitive guidelines.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:

Προωρότητα/πρόωρο, Ερυθροποιητικοί παράγοντες, Ερυθροποιητίνη, Νευροπροστασία, Νευροανάπτυξη

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

Prematurity, Erythropoietic agents, Erythropoietin, Neuroprotection, Neurodevelopment

Αριθμός σελίδων

68

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

54

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 29/05/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5316978

Δημοσίευση

Argyropoulou_Maria_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

23/12/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Μπριάνα Δέσποινα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Xαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Περιγεννητικοί παράγοντες κινδύνου για αθηρωμάτωση στα παιδιά: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Perinatal risk factors of atheromatosis in children: A systematic review and meta-analysis

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η αθηρωμάτωση είναι από τους βασικότερους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Παρόλο που οι κλινικές εκδηλώσεις της είναι περισσότερο εμφανείς στη μέση ηλικία, είναι πλέον γνωστό πως η διαδικασία της αθηρωμάτωσης και αθηροσκλήρωσης των αγγείων ξεκινάει ήδη από την εμβρυική ζωή.

ΣΚΟΠΟΣ: Η διερεύνηση των παραγόντων κινδύνου που επιδρούν κατά την περιγεννητική περίοδο, δηλαδή από την 22η εβδομάδα κύησης έως και την πρώτη εβδομάδα ζωής και προδιαθέτουν σε ανάπτυξη αθηρωμάτωσης στην παιδική ηλικία.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Για την ανασκόπηση έγινε αναζήτηση μελετών σχετικά με παράγοντες κινδύνου αθηρωμάτωσης στα παιδιά σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (PubMed, SCOPUS, Cochrane Library και Science Direct). Η αναζήτηση και αξιολόγηση των μελετών έγινε από δύο ερευνητές. Στην συστηματική ανασκόπηση εντάχθηκαν μελέτες κοόρτης και ασθενών-μαρτύρων που δημοσιεύθηκαν μετά το 2000, αφορούσαν αποκλειστικά σε περιγεννητικούς παράγοντες κινδύνου και στις οποίες η αθηρωματική βλάβη εμφανιζόταν έως την εφηβική ηλικία. Η ποιότητα των μελετών αξιολογήθηκε με την κλίμακα NewCastle and Ottawa. Στην συστηματική ανασκόπηση προστέθηκαν 26 μελέτες μέτριας και υψηλής ποιότητας, εκ των οποίων οι 3 εντάχθηκαν στην μετα-ανάλυση.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι προ-αθηρωματικές αλλοιώσεις στα παιδιά ανευρίσκονται με μη παρεμβατικές απεικονιστικές μεθόδους υπολογίζοντας παραμέτρους όπως η ταχύτητα σφυγμικού κύματος (PWV), η πάχυνση του αγγειακού ενδοθηλίου (ΙΜΤ), η ακαμψία του αρτηριακού τοιχώματος και η επασβέστωση των στεφανιαίων αρτηριών. Από τους περιγεννητικούς παράγοντες κινδύνου που μελετήθηκαν, η προωρότητα, το χαμηλό βάρος γέννησης, η ενδομήτρια υπολειπόμενη αύξηση (IUGR) και η απότομη πρόσληψη βάρους στην βρεφική ηλικία σχετίζονται με την εμφάνιση τέτοιων αγγειακών αλλοιώσεων. Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) συσχετίζεται με την ανώμαλη έκφραση πρωτεϊνών επιφανείας στα ομφαλικά αγγεία των νεογνών, οι οποίες ενοχοποιούνται για αγγειακές δυσλειτουργίες. Η περιγεννητική λοίμωξη από τον ιό HIV ευθύνεται για χρόνια φλεγμονή των αγγείων και αύξηση του πάχους του αρτηριακού ενδοθηλίου. Μητρικοί παράγοντες όπως η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης κύησης, καθώς και η κατανάλωση αλκοόλ και καπνού στην κύηση οδηγούν σε πρώιμες αγγειακές βλάβες. Επιπλέον, τα χαμηλά επίπεδα Β12 και τα υψηλά επίπεδα ομοκυστείνης στο ομφαλικό αίμα των νεογνών σχετίζονται με πρώιμη αθηρωμάτωση των παιδιών. Τέλος, οι παραπάνω περιγεννητικοί παράγοντες προδιαθέτουν στη γέννηση παιδιών με υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας, αρτηριακής υπέρτασης και μεταβολικού συνδρόμου που αποτελούν συνεργικούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη αθηρωμάτωσης. Από τη μετα-ανάλυση προέκυψε ότι η προωρότητα δεν σχετίζεται στατιστικά σημαντικά με την πάχυνση του αγγειακού ενδοθηλίου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η περιγεννητική περίοδος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις επιδράσεις εξωγενών παραγόντων με αποτέλεσμα να συντελούνται δομικές και λειτουργικές μεταβολές στο αγγειακό ενδοθήλιο που είναι καθοριστικές για την εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων ήδη από την παιδική ηλικία.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

Atheromatosis is the most important risk factor of cardiovascular disease (CVD), which remains the leading cause of morbidity and mortality in west developed countries. The clinical signs of cardiovascular disease are more obvious in middle aged and elderly people, however it is nowadays known that atheromatosis has a long asymptomatic period and is a process that begins in early life (1,17). Identification of children with high risk of atheromatosis may allow early intervention to decrease the atherosclerotic progress and thereby delay the cardiovascular disease (3).
The origins of cardiovascular disease are in utero life genetic and environmental factors interact resulting in epigenetic modification in the developmental fetus (4). The exact pathogenetic mechanism of atheromatosis is not yet clarified, however endothelial dysfunction seems to have a central role. The vascular dysfunction is probably mediated in part by a low-grade inflammation (5). Atheromatosis includes a long period where the onset cause is an endothelium damage that turns on an inflammation reaction. During the inflammation, several proteins and cells, such as lipoproteins, macrophages, platelets and T-Lymphocytes are attached to the endothelium of arteries. During the progress of inflammation, fat is attached upon the endothelium, this fat afterwards is covered by fibrous tissue and finally forms an atheromatic plaque. Several risk factors through perinatal period affect arterial construction and cause structural and functional endothelial damage. The onset point is the endothelial dysfunction, followed by an inflammatory reaction which ends up in atheromatosis and arteriosclerosis (5).
In childhood period, atherosclerosis can be diagnosed with arterial Doppler, where arterial (aIMT) and carotid intima media thickness (cIMT) is measured. Also, dyslipidemia in children, which is diagnosed with high levels of low-density lipoprotein (LDL), low levels of high-density lipoprotein (HDL) and high levels of triglyceride levels can predict the atheromatosic danger.
Cardiovascular disease in children can be caused by different risk factors such as obesity, high blood pressure, hyperglycemia and dyslipidemia. Also, children with family history of sudden cardiac death or children exposed to parents smoking are considered to be in higher risk of atheromatosis (3). In the last decades, lipoprotein a (Lp-a), has been associated with premature CVD, but its impact on cardiovascular status of childhood is not yet clearly understood (7). In pediatric population, some chronic diseases, are associated with higher risk of CVD, such diseases are familiar dyslipidemia, diabetes mellitus type I and II, chronic kidney disease, Kawasaki disease, congenital heart diseases, growth hormone deficiency and juvenile idiopathic arthritis.
According to studies in the last decade, there are some perinatal risk factors that are associated with pediatric atheromatosis. The fetal period is a crucial period, where developmental stages are susceptible to the influence of negative factors (8). Low birth weight or prematurity as a result of intrauterine growth restriction is associated with atherosclerosis in children. Small for gestational age neonates with low birth weight and the following rapid gain of weight, the “catch-up growth” seems to cause a low inflammation reaction that can lead to endothelium damage. Also, maternal smoking and alcohol consumption through pregnancy or maternal obesity plays an important role in fetus development. Gestational diabetes and maternal dyslipidemia are established risk factors for children atheromatosis. Some studies examine the danger of perinatal exposure to phenols or pesticides. Finally, perinatal-HIV infection and high active anti-retroviral therapy (HAART) cause atheromatosis to children as well as adults. There are several recent studies that indicate in vitro fertilization (IVF) as a potential risk factor for cardiovascular disease in children.
Perinatal period, which extends from the 22th week of pregnancy to the first week of life, is an important period for the development of atheromatosis, so this systematic review and meta-analysis tries to organize and study the potential risk factors

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Περιγεννητική περίοδος, Αθηρωμάτωση, Αρτηριοσκλήρυνση, Ενδομήτρια ζωή

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Perinatal period, Atheromatosis, Atherosclerosis, Intrauterine period

Αριθμός σελίδων

113

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Nαι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

53

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5319663

Δημοσίευση

Tairi_Aggeliki_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

15/10/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Eυαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παρασκευή Ζώση, Επιστημονικά Υπεύθυνη Διευθύντρια Παιδιατρικής Κλινικής, ΓΝΝΠ ‘Άγιος Παντελεήμων’

Φενέλη Καραχάλιου, Διευθύντρια ΕΣΥ, Επιστημονικά Υπεύθυνη Μονάδας Παιδοενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ‘Αττικόν’

Πρωτότυπος Τίτλος

Οι επιδράσεις της μονοετούς θεραπείας αυξητικής ορμόνης στα επίπεδα της βιταμίνης D σε παιδιά προεφηβικής ηλικίας με έλλειψη αυξητικής ορμόνης

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The effects of one-year growth hormone therapy on vitamin D levels in prepubertal children with growth hormone deficiency

Περίληψη

Ελληνικά:

ΣΚΟΠΟΣ: Η παρούσα μελέτη στοχεύει στην αξιολόγηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ της θεραπείας με αυξητική ορμόνη (GH) και των συγκεντρώσεων βιταμίνης D σε προεφηβικά παιδιά με χαμηλό ανάστημα λόγω έλλειψης GH. Ειδικότερα, εξετάζονται οι μεταβολές των βιοχημικών παραμέτρων και των δεικτών οστικής ηλικίας πριν και μετά από δωδεκάμηνη θεραπεία με ανασυνδυασμένη ανθρώπινη αυξητική ορμόνη (rhGH).

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Διεξήχθη αναδρομική μελέτη κοορτής σε 31 προεφηβικά παιδιά (16 αγόρια,
15 κορίτσια, μέση ηλικία 9,33±1,29 έτη) με διαγνωσμένη ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης. Αξιολογήθηκαν βιοχημικοί δείκτες, συμπεριλαμβανομένων της 25(OH)D, IGF-Ι, αλκαλικής φωσφατάσης, ασβεστίου, φωσφόρου, καθώς και ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά πριν και μετά από 12 μήνες θεραπείας με rhGH σε δόση 0,025-0,035 mg/kg/ημέρα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων βιταμίνης D κατά 3,84 ng/mL (p = 0,007), ενώ παράλληλα καταγράφηκαν σημαντικές αυξήσεις στον IGF-Ι κατά 151 ng/mL (p < 0,001), την αλκαλική φωσφατάση κατά 49,87 μονάδες (p < 0,001) και τον φώσφορο κατά 0,28 mg/dL (p = 0,024). Δεν εντοπίστηκε συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων IGF-Ι και βιταμίνης D. Το ασβέστιο παρέμεινε σταθερό.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η θεραπεία με GH, παρά την αποτελεσματικότητά της στην προώθηση της σωματικής και οστικής αύξησης, συνοδεύεται από σημαντική μείωση της βιταμίνης D. Το εύρημα υποδηλώνει αυξημένες μεταβολικές ανάγκες βιταμίνης D κατά τη θεραπεία και τονίζει την αναγκαιότητα τακτικής παρακολούθησης και ενδεχόμενης συμπληρωματικής χορήγησης για τη βελτιστοποίηση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων. Η μελέτη συμβάλλει στην κατανόηση της πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ GH και βιταμίνης D, προτείνοντας αναθεώρηση των
τρεχόντων θεραπευτικών πρωτοκόλλων για την ενίσχυση της οστικής υγείας σε παιδιά με GHD.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

AIM: Τhis study aims to evaluate the relation between growth hormone (GH) therapy and vitamin D concentrations in prepubertal children with short stature due to GH deficiency. Specifically, it examines changes in biochemical parameters and bone age indicators before and after twelve months’ of treatment with recombinant human growth hormone (rhGH).

METHODOLOGY: Α retrospective cohort study was conducted on 31 prepubertal children (16 boys, 15 girls, mean age 9.33±1.29 years) with diagnosed growth hormone deficiency. Biochemical markers, including 25(OH)D, IGF-I, alkaline phosphatase, calcium, phosphorus, as well as anthropometric characteristics were evaluated before and after 12 months’ treatment with rhGH at a dose of 0.025-0.035 mg/kg/day.

RESULTS: A statistically significant decrease in vitamin D concentrations of 3.84 ng/mL (p = 0.007) was observed, while simultaneously significant increases were recorded in IGF-I concentrations by 151 ng/mL (p < 0.001), alkaline phosphatase by 49.87 units (p < 0.001), and phosphorus concentrations by 0.28 mg/dL (p = 0.024). No correlation was found between IGF-I and vitamin D concentrations. Calcium concentrations remained stable.

CONCLUSIONS: GH therapy, despite its effectiveness in promoting somatic and skeletal growth, is associated with a significant decrease in vitamin D concentrations. These findings may suggest increased metabolic requirements for vitamin D during therapy with rhGH, and emphasizes the necessity for regular monitoring and potential supplementation to optimize therapeutic outcomes. The study contributes to understanding the complex interaction between GH and vitamin D, suggesting revision of current therapeutic protocols to enhance bone health in children with GHD.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Αυξητική ορμόνη (GH), Ινσουλινόμορφος αυξητικός παράγοντας τύπου 1 (IGF-1), Βιταμίνη D, Ραχίτιδα, Αυξητική πλάκα, Παιδική αύξηση, Βιοχημικοί δείκτες, Ορμονική θεραπεία, Οστική μεταβολή, GH/IGF-1 άξονας, Υποβιταμίνωση D, Θεραπεία με rhGH, Οστική πυκνότητα, Ενδοκρινολογία παίδων

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Growth hormone (GH), Insulin growth factor type 1 (IGF-1), Vitamin D, Rickets, Growth plaque, Child development, Biochemical markers, Hormone therapy, Bone alteration, GH/IGF-1 axis, Hypovitaminosis D, rhGH treatment, Bone density, Paediatric endocrinology

Αριθμός σελίδων

72

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

95

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 16/04/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5307107

Δημοσίευση

Tzatzadaki – Amantou_Evdokia_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

12/09/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Φλώρα Μπακοπούλου, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Γεώργιος Παλτόγλου, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Η αποτελεσματικότητα των διαφορετικών βαριατρικών τεχνικών στην αντιμετώπιση της παιδιατρικής και εφηβικής παχυσαρκίας : Συστηματική ανασκόπηση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Efficacy of bariatric techniques in the management of pediatric and adolescent obesity: A systematic review

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παιδιατρική-εφηβική παχυσαρκία αποτελεί ένα σοβαρό παγκόσμιο πρόβλημα υγείας και θεωρείται μια πολυπαραγοντική και πολυσυστημική νόσος που μπορεί να επηρεάσει σοβαρά διάφορες πτυχές της ζωής των παιδιών, όπως η σωματική τους υγεία, η κοινωνική και η συναισθηματική τους ευημερία. Στην παιδική/εφηβική παχυσαρκία, πολλές μελέτες έχουν αναφέρει την παρουσία των εξής συννοσηροτήτων: σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, υπέρταση, πρώιμη ήβη, σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, άσθμα, καλοήθης ενδοκράνια υπέρταση, μυοσκελετικές διαταραχές και ψυχικά νοσήματα. Η αντιμετώπιση της παιδικής/εφηβικής παχυσαρκίας απαιτεί μια σταδιακή προσέγγιση και οι χειρουργικές επεμβάσεις αποτελούν μια αξιόπιστη μέθοδο για τη διατήρηση της απώλειας βάρους με βιώσιμο τρόπο.

ΣΚΟΠΟΣ: Η συστηματική αυτή ανασκόπηση θα εξετάσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια διαφόρων βαριατρικών τεχνικών σε παιδιά και εφήβους με σοβαρή παχυσαρκία, εστιάζοντας στην απώλεια βάρους, στις μετεγχειρητικές επιπλοκές και στην ύφεση των συννοσηροτήτων τους. Επιπλέον, θα αξιολογήσει τη διαδικασία λήψης απόφασης για τη διενέργεια αυτών των επεμβάσεων καθώς και τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση της οικογένειας ή του ατόμου.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Διεξήχθη συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σύμφωνα με το πρωτόκολλο PRISMA. Αξιολογήσαμε την ποιότητα των δεδομένων που υποστηρίζουν τις βαριατρικές παρεμβάσεις, τους παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση για τη διενέργεια αυτών των χειρουργικών τεχνικών και εκτιμήσαμε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους σε σχέση με την ύφεση των συννοσηροτήτων της παχυσαρκίας. Η αναζήτηση πραγματοποιήθηκε στις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων PubMed, Scopus και Cochrane Collaboration και συμπεριέλαβε μελέτες που δημοσιεύθηκαν από τον Ιανουάριο του 2005 έως τον Αύγουστο του 2024. Στη συστηματική ανασκόπηση συμπεριλήφθηκαν πρωτότυπες μελέτες που δημοσιεύθηκαν στην αγγλική γλώσσα και αφορούσαν παιδιά και εφήβους ηλικίας 12-19 ετών που υποβλήθηκαν σε βαριατρική χειρουργική επέμβαση.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Συνολικά επιλέχθηκαν 39 άρθρα για τη ποιοτική σύνθεση αυτής της συστηματικής ανασκόπησης. Αξιολογήθηκαν 33 μελέτες παρατήρησης, 3 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές και 3 κλινικές δοκιμές, περιλαμβάνοντας συνολικά 6.777 εφήβους ηλικίας 12 έως 19 ετών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η βαριατρική χειρουργική αποτελεί μια αποτελεσματική παρέμβαση για παιδιά και εφήβους με σοβαρή παχυσαρκία, η οποία οδηγεί σε σημαντική μείωση του σωματικού τους βάρους. Η απόφαση για τη διενέργεια βαριατρικών επεμβάσεων είναι πολυπαραγοντική, επηρεαζόμενη από την ιατρική αναγκαιότητα, την οικονομική δυνατότητα, τη γεωγραφική πρόσβαση καθώς και από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Ωστόσο, η επιλογή της κατάλληλης χειρουργικής τεχνικής πρέπει να είναι εξατομικευμένη, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους και τα οφέλη κάθε μεθόδου. Η συνεχής έρευνα και η μακροχρόνια παρακολούθηση είναι απαραίτητες για τη βελτιστοποίηση των χειρουργικών αποτελεσμάτων και της φροντίδας των ασθενών.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Pediatric-adolescent obesity is a serious health problem worldwide and it is considered a multifactorial and multisystem disease that can have a serious effect on various aspects in children such as their physical health, social and emotional well-being. Several studies have reported many short- and long-term comorbidities associated with childhood/adolescent obesity, including type 2 diabetes mellitus, hypertension, early onset puberty, menstrual irregularities and polycystic ovary syndrome, asthma, benign intracranial hypertension, musculoskeletal disorders, and mental health issues. The management of obesity in children and adolescents is a condition that requires a staged approach. Surgical interventions provide a dependable approach for achieving and sustaining weight loss.

AIM: This systematic review will examine the effectiveness and safety of various bariatric surgery techniques in children and adolescents with severe obesity, focusing on weight loss, remission of comorbidities, and post-surgical complications. It will also evaluate the factors that influence the decision to proceed with these procedures.

METHODOLOGY: A systematic review of the literature was carried out, according to the PRISMA protocol. We appraised the quality of evidence supporting bariatric interventions and the factors that influence the decision to proceed with these surgical techniques, and assessed their safety and effectiveness in addressing various obesity-related co-morbidities. The search was conducted in the electronic
databases PubMed, Scopus, and Cochrane Collaboration and included studies
published from January 2005 up to August 2024. Original studies published in English were included in this systematic review, focusing on children and adolescents aged 12-19 years who underwent bariatric surgery.

RESULTS: 39 articles were selected for the qualitative synthesis of this systematic review. A total of 33 observational studies, 3 randomized controlled trials and 3 clinical trials were evaluated, consisting of a total of 6777 adolescents within the age range of 12 to 19 years.

CONCLUSIONS: Bariatric surgery is an effective intervention for children and adolescents with severe obesity, leading to significant weight reduction and metabolic improvements. The decision to undergo bariatric surgery is multifaceted, influenced by medical necessity, financial accessibility, geographic availability, and psychosocial influences. However, the choice of procedure should be individualized, taking into consideration the risks and benefits of each technique. Ongoing research and long-term follow-up are essential to optimizing surgical outcomes and patient care.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Βαριατρική χειρουργική, Εφηβική παχυσαρκία, Παιδική παχυσαρκία, Συννοσηρότητες, Αποτελεσματικότητα, Διαδικασία λήψης απόφασης

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Bariatric surgery, Adolescent obesity, Childhood obesity, Co-morbidities, Effectiveness, Decision-making process

Αριθμός σελίδων

68

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

66

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 13/03/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5304291

Δημοσίευση

Athanasopoulou_Maria_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

12/12/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Μπριάνα Δέσποινα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παπαδοπούλου Αλεξάνδρα, Διευθύντρια, Α’ Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία»

Μανιός Ιωάννης, Καθηγητής,Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας–Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Πρωτότυπος Τίτλος

Επίδραση της χορήγησης πρεβιοτικών στην επίπτωση της νεκρωτικής εντεροκολίτιδας και σήψης στα πρόωρα νεογνά: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Prebiotics in preterm neonates: Impact on necrotizing enterocolitis and sepsis – A systematic review and meta-analysis

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η χορήγηση πρεβιοτικών στα πρόωρα νεογνά αναδεικνύεται ως ένας πιθανά αποτελεσματικός τρόπος προαγωγής της υγείας και πρόληψης δυσμενών εκβάσεων στα πρόωρα νεογνά.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ χορήγησης πρεβιοτικών και εμφάνισης νεκρωτικής εντεροκολίτιδας ή/και σήψης στα πρόωρα νεογνά.

ΥΛΙΚΟ/ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση με δεδομένα από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές (Randomized Controlled Trials-RCT’s) δημοσιευμένες από το 2000, πουείχαν ορίσει ως παρέμβαση τη χορήγηση πρεβιοτικών σε πρόωρα νεογνά και εξέτασαν την επίπτωση νεκρωτικής εντεροκολίτιδας και σήψης, την τροφική δυσανεξία, τον χρόνο έναρξης αποκλειστικής εντερικής σίτισης και την ανάγκη χορήγησης οξυγόνου. Η αναζήτηση έγινε στις βάσεις δεδομένων: PubMed,Embase, Cochrane, Scopus, Google Scholar. Η αναζήτηση και η αξιολόγηση των μελετών έγινε από δύο ερευνητές. Η ποιότητα των μελετών αξιολογήθηκε με το εργαλείο CASP. Στη συστηματική ανασκόπηση συμπεριελήφθησαν 16 μελέτες μέτριας και υψηλής ποιότητας, εκ τωνοποίων οι 8 εντάχθηκαν στην μετα-ανάλυση.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Τα αποτελέσματα της μετα-ανάλυσης έδειξαν ότι η χορήγηση πρεβιοτικών δεν μείωσε στατιστικά σημαντικά την επίπτωση της νεκρωτικής εντεροκολίτιδας (RR=0.84, 95% CI: 0.51–1.38, p=0.224, I²=34.4%), ενώ για τη σήψη παρατηρήθηκε τάση προς μείωση με οριακά μη στατιστική σημαντικότητα (RR=0.75, 95% CI: 0.56–1.01, p=0.062, I²=15%). Η πιθανότητα για αναπνευστική υποστήριξη, καθώς και η εμφάνιση δυσανεξίας φάνηκε να βαίνουν μειούμενες, χωρίς τα αποτελέσματα να είναι στατιστικά σημαντικά (RR=0.83, 95% CI:0.61–1.12, p=0.224, I²=34.4%) και (RR=0.62, 95% CI:0.34–1.13, p=0.118, I²=14.9%). Ο χρόνος πλήρους εντερικής σίτισης μειώθηκε κατά 1.97 ημέρες (95% CI: -2,62 έως -1,32, p<0.001, I²=92.5%). Υψηλή ετερογένεια παρατηρήθηκε μόνο στο χρόνο επίτευξης πλήρους εντερικής σίτισης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η χορήγηση πρεβιοτικών σε πρόωρα νεογνά είναι ασφαλής και συμβάλει στη βελτίωση της πρόγνωσής τους.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Prebiotic Supplementation in preterm neonates has emerged as a potentially effective strategy for promoting health and preventing adverse clinical outcomes in this vulnerable population.

AIM: The aim of the present study was to investigate the association between prebiotic administration and the incidence of necrotizing enterocolitis (NEC) and/or sepsis in preterm neonates.

MATERIALS AND METHODS: A systematic review and meta-analysis were conducted using data from randomized controlled trials (RCTs) published since 2000, in which the intervention involved administration of prebiotics to preterm neonates. The primary outcomes were the incidence of NEC and sepsis. Secondary outcomes included feeding intolerance, time to achieve full enteral feeding and need for supplemental oxygen. Literature research was performed in the databases PubMed, Embase, Cochrane Library, Scopus and Google Scholar. Study selection and data extraction were independently performed by two reviewers. Study Quality was appraised using the CASP checklist. Sixteen studies of moderate to high quality met the inclusion criteria for systematic review, and eight were included in the meta-analysis.

RESULTS: Meta-analysis results indicated that prebiotics administration did not significantly reduce the incidence of necrotizing enterocolitis (RR=0.84, 95% CI: 0.51–1.38, p=0.224, I²=34.4%). For sepsis, a trend toward reduction was observed, though it did not reach statistical significance ((RR=0.75, 95% CI: 0.56–1.01, p=0.062, I²=15%). A non-significant reduction was also observed in the need of respiratory support (RR=0.83, 95% CI:0.61–1.12, p=0.224, I²=34.4%) and in the occurrence of feeding intolerance (RR=0.62, 95% CI:0.34–1.13, p=0.118, I²=14.9%). The time to achieve full enteral feeding was significantly reduced by 1.97 days (95% CI: -2,62 έως -1,32, p<0.001, I²=92.5%). High heterogeneity was observed only in the outcome related to time to full enteral feeding.

CONCLUSIONS: Prebiotic administration in preterm neonates appears to be safe and contributes to improved clinical outcomes and prognosis.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Πρεβιοτικά, Πρόωρο νεογνό, Προωρότητα, Νεκρωτική εντεροκολίτιδα, Σήψη

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Prebiotics, Preterm infant, Premature infant, Prematurity, Necrotizing enterocolitis, Sepsis

Αριθμός σελίδων

92

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Nαι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

247

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5318622

Δημοσίευση

Alepoudea_Maria_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

21/01/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Φλώρα Μπακοπούλου, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ

Γεώργιος Παλτόγλου, Παιδίατρος-Παιδοενδοκρινολόγος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Β’ Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων “Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού”

Πρωτότυπος Τίτλος

Τίτλος Μελέτη ενήβωσης σε αγόρια και κορίτσια σε συσχέτιση με το Δείκτη Μάζας Σώματος και άλλους δείκτες σωματικής σύστασης : αναδρομική μελέτη κοορτής

Γλώσσες εργασίας

Αγγλικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Study of pubertal onset in boys and girls in association with Body Mass Index and other body composition parameters: a retrospective cohort study

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ενήβωση αποτελεί ένα κρίσιμο αναπτυξιακό στάδιο κατά το οποίο επιτυγχάνεται η τελική ωρίμανση του γεννητικού συστήματος και η εγκατάσταση της αναπαραγωγικής ικανότητας. Μελέτες έχουν δείξει πως ποικίλοι παράγοντες καθορίζουν τη χρονολογική ηλικία έλευσης της εφηβείας και ένας από τους σημαντικότερους είναι το αυξημένο βάρος σώματος, πιθανόν μέσω του πλεονάζοντος σωματικού λίπους.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση της επίδρασης του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) καθώς και δεικτών σωματικής σύστασης στη χρονολογική ηλικία έλευσης της ήβης. Δευτερευόντως, μελετήθηκε η κατά ζεύγη συσχέτισή των δεικτών μεταξύ τους στο δείγμα, καθώς και η ένταση της.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Ένα τυχαίο δείγμα 53 αγοριών με χρονολογική ηλικία 7,94 έως 10,11 έτη και 53 κοριτσιών ηλικίας 7 έως 9,01 ετών μελετήθηκαν αναδρομικά με διαδοχικές καταγραφές εξέλιξης της ενήβωσης σύμφωνα με τη σταδιοποίηση κατά Tanner σε χρονικά διαστήματα 6 μηνών έως την επίτευξη ήβης, οριζόμενης ως εξής: Για τα θήλεα, ανάπτυξη μαστών σταδίου ΙΙ κατά Tanner (θηλαρχή) και για τα άρρενα, αύξηση όγκου όρχεων >=4mL. Όλοι οι ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη δεν έπασχαν από χρόνιο ή γενετικό νόσημα ή χρωμοσωμική ανωμαλία και δεν είχαν πρώιμη ήβη. Οι δείκτες που μελετήθηκαν ήταν ο ΔΜΣ, η περίμετρος μέσης (ΠΜ) και το ποσοστό λίπους (ΠΛ%), μετασχηματιζόμενα στα αντίστοιχα z-cores για τον ελληνικό παιδιατρικό πληθυσμό. Κατηγοριοποίηση έγινε επίσης με βάση την αντιστοιχία των δεικτών στις καμπύλες ανάπτυξης για τη δημιουργία κατηγορικών μεταβλητών. Αρχικά μελετήθηκε η γραμμική συσχέτιση των ποσοτικών μεταβλητών ανά ζεύγη με τους συντελεστές Pearson ή Spearman και των κατηγορικών ανά ζεύγη με το κριτήριο του Fisher. Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε ανάλυση επιβίωσης με το μοντέλο Αναλογικών Κινδύνων του Cox για την εκτίμηση της πιθανότητας (κινδύνου) ενωρίτερης ενήβωσης σε συνάρτηση με τους παραπάνω δείκτες ως ποσοτικές αλλά και ως κατηγορικές ανεξάρτητες μεταβλητές.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Υψηλότερες για την ηλικία τιμές ΔΜΣ, Περιμέτρου Μέσης αλλά και ποσοστού σωματικού λίπους συσχετίστηκαν θετικά με αυξημένη πιθανότητα (κίνδυνο) ενωρίτερης ενήβωσης τόσο σε κορίτσια όσο και σε αγόρια, αποτελέσματα σύμφωνα με τα τρέχοντα βιβλιογραφικά δεδομένα. Στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση αναδείχθηκε μεταξύ των δεικτών που χρησιμοποιήθηκαν στην τρέχουσα ανάλυση.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η παιδική υπερβαρότητα/παχυσαρκία αποτελεί αναμφίβολα έναν σημαντικό παράγοντα καθορισμού της χρονολογικής ηλικίας έλευσης της ήβης, συνιστώντας ακόμα και πιθανό αίτιο κεντρικής πρώιμης ήβης, ιδιαίτερα στα θήλεα. Δεδομένων των επιπτώσεων του χρόνου έλευσης της ήβης, τόσο στην τρέχουσα ψυχοσωματική υγεία του παιδιού, όσο και τη μελλοντική του υγεία στην ενήλικη ζωή, έμφαση πρέπει να δοθεί σε πρακτικές έγκαιρης παρέμβασης και ελέγχου του βάρους σώματος και του πλεονάζοντος σωματικού λίπους κατά την παιδική ηλικία.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: Puberty is a critical developmental stage during which the final maturation of the reproductive system and the establishment of reproductive capability occur. Studies have shown that various factors determine the chronological age of pubertal onset, one of the most significant being increased body weight, possibly due to excess body fat.

AIM: The purpose of the present study was to evaluate the effect of Body Mass Index (BMI) and body composition parameters on the chronological age of pubertal onset. Secondly, pairwise associations between the indicators in the sample were studied, as well as the strength of these correlations.

METHODOLOGY: random sample of 53 boys aged 7.94 to 10.11 years and 53 girls aged 7 to 9.01 years were retrospectively studied through successive recordings of pubertal development according to Tanner Staging Map. Clinical evaluation was performed at six-month intervals until the onset of puberty, defined as follows: For females, breast gland maturation corresponding to Tanner Stage II (thelarche) and for males, testicular volume of >=4mL. All patients included in the study did not suffer from chronic or genetic diseases, chromosomal abnormalities, or precocious puberty. The markers studied were BMI, waist circumference (WC), and Body Fat percentage (BF%), transformed into the corresponding z-scores for the Greek pediatric population. Classification was also made based on the correspondence of the indicators to growth curves and categorical variables were generated. Initially, the linear pairwise correlations of quantitative variables were studied using Pearson’s or Spearman’s coefficients, while the association between the categorical variables was explored via the Fisher’s criterion. Survival analysis was then performed using the Cox Proportional Hazards model to estimate the probability (risk) of earlier puberty in relation to the above indicators, both as quantitative and categorical independent variables.

RESULTS: Higher BMI, WC, and BF%-for age were positively associated with an increased probability (risk) of earlier puberty in both girls and boys, results consistent with the current literature. A statistically significant positive correlation was demonstrated between the indicators used in the current analysis.

CONCLUSIONS: Childhood overweight/obesity is an important determinant of pubertal timing, even a potential cause of central precocious puberty (CPP), especially in females. Given the implications of early puberty, both on child’s current psychosomatic health and on their adult health outcome, emphasis should be placed on early intervention practices for body weight and excess body fat monitoring during childhood.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Ενήβωση, Δείκτης Μάζας Σώματος, Σωματικό λίπος, Ανάλυση επιβίωσης, Κοορτή

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Pubertal timing, Body Mass Index, Body fat, Survival analysis, Cohort

Αριθμός σελίδων

148

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

112

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 22/07/2025

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3456761

Δημοσίευση

Vozaiti_Niki_Irw_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

25/06/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Κουρλαμπά Γεωργία, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Νοσηλευτικής ΕΚΠΑ

Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Iατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παλτόγλου Γεώργιος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Ανάκαμψη του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων μετά από καταστολή λόγω χρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών: συστηματική ανασκόπηση και μέτα-ανάλυση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Hypothalamic-pituitary-adrenal axis recovery after suppression due to chronic glucocorticoid administration: systematic review and meta-analysis

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο άξονας υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων είναι ένα κλασικό νευροενδοκρινικό σύστημα ελέγχου της παραγωγής των γλυκοκορτικοειδών από τα επινεφρίδια. Τα γλυκοκορτικοειδή χρησιμοποιούνται ευρέως για την αντιμετώπιση πολλών παθήσεων. Παρά την ευεργετική τους δράση η χρόνια χρήση τους μπορεί να προκαλέσει αρνητικές συνέπειες όπως την καταστολή της λειτουργίας του άξονα μέσω αρνητικής ανάδρασης, οδηγώντας σε επινεφριδιακή ανεπάρκεια.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να συλλέξουμε και συνθέσουμε όλα τα διαθέσιμα βιβλιογραφικά δεδομένα αναφορικά με τον χρόνο ανάκαμψης του άξονα, μετά από καταστολή, λόγω χρόνιας χορήγησης γλυκοκορτικοειδών σε παιδιά.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Η αναζήτηση της βιβλιογραφίας πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2024 στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων Pubmed από δύο ανεξάρτητους ερευνητές. Η επιλογή των μελετών πραγματοποιήθηκε βάσει προεπιλεγμένων κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού των μελετών από δύο ανεξάρτητους ερευνητές σε 2 στάδια (πρώτα τον τίτλο και την περίληψη και στη συνέχεια το πλήρες κείμενο). Πραγματοποιήθηκε ποσοτική σύνθεση (μετα-ανάλυση) στα δεδομένα που εξήχθησαν από τις μελέτες. Η ποιότητα των μελετών αξιολογήθηκε με το εργαλείο Casp.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Συνολικά, εντάχθηκαν 7 μελέτες (συνολικά 292 παιδιά). Κατά τον πρώτο έλεγχο του άξονα, μετά την διακοπή των κορτικοστεροειδών, στο σύνολο των μελετών διαπιστώθηκαν 98 ασθενείς που παρουσίαζαν καταστολή. Από αυτούς, εφαρμόζοντας το μοντέλο τυχαίων επιδράσεων, το οποίο χρησιμοποιήθηκε λόγω της μεγάλης ετερογένειας που παρουσίαζαν οι μελέτες, προκύπτει ότι το συνολικό ποσοστό που παρουσίασε ανάκαμψη του άξονα στις 4 και 10-12 εβδομάδες ήταν 57% και 89%, αντίστοιχα. Σε 12 ασθενείς δεν διαπιστώθηκε ανάκαμψη κατά το διάστημα της παρακολούθησης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Αν και ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών παρουσίασε καταστολή του άξονα, κατά τον έλεγχο τους, μετά την διακοπή των γλυκοκορτικοειδών, η πλειονότητα από αυτούς παρουσίασε ανάκαμψη του άξονα εντός 12 εβδομάδων. Σε ένα μικρό ποσοστό των ασθενών διαπιστώθηκε χρονιότητα της καταστολής του άξονα.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: T The hypothalamic-pituitary-adrenal axis is a classic neuroendocrine system that controls the production of glucocorticoids by the adrenal glands. Glucocorticoids are used to treat many diseases. Despite their beneficial effects, their chronic use can cause negative consequences such as suppression of the axis function through negative feedback, leading to adrenal insufficiency.

AIM: The purpose of this study is to collect and synthesize all available bibliographic data regarding the time of the axis recovery, after its suppression, due to chronic administration of glucocorticoids in children.

METHODOLOGY: The search of the literature was carried out in June 2024 in the Pubmed electronic database by two independent researchers. The selection of studies was based on pre-selected inclusion and exclusion criteria of the studies by two independent researchers in 2 stages (first the title and abstract and then the full text). A quantitative synthesis (meta-analysis) was performed on the data extracted from the studies. The quality of the studies was assessed with the Casp tool.

RESULTS: In total, 7 studies were included (a total of 292 children). During the first axis evaluation, after the discontinuation of corticosteroids, 98 patients were found to be suppressed in all studies. Out of these, after applying the random effects model, which was used due to the great heterogeneity presented by the studies, the overall percentage that showed axis recovery at 4 and 10-12 weeks was 57% and 89% respectively. In 12 patients, no recovery was found during the follow-up period.

CONCLUSIONS: Although a significant proportion of patients experienced axis suppression at follow-up after glucocorticoid discontinuation, most of them experienced axis recovery within 12 weeks. A small proportion of patients demonstrated chronic axis suppression.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Άξονας ΥΥΕ, Παιδιά, Γλυκοκορτικοειδή, Καταστολή, Ανάκαμψη

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
ΗPA axis, Children, Glucocorticoid, Suppression, Recovery

Αριθμός σελίδων

52

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

35

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 24/12/2025

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5295985

Δημοσίευση

Georgiadis_Ilias_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

14/07/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Συριοπούλου Βασιλική, Ομότιμη Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Σιαχανίδου Σουλτάνα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Η επιδημιολογία του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού (rsv) στα παιδιά στην μετά covid-19 εποχή, συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The epidemiology of respiratory syncytial virus (RSV) in pediatric patients in the post- covid-19 era, systematic review and meta-analysis

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο Αναπνευστικός Συγκυτιακός Ιός (RSV) αποτελεί κύρια αιτία βρογχίτιδας, βρογχιολίτιδας και πνευμονίας στα παιδιά, κυρίως μικρότερα των 5 ετών. Η μετάδοσή του ακολουθεί εποχική κατανομή. Η πανδημία COVID-19, τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν, καθώς και η άρση τους, επηρέασαν την επιδημιολογία του RSV

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να προσδιορίσει τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά της RSV λοίμωξης στα παιδιά στην Ευρώπη, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων που είχαν ληφθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για συστηματική ανασκόπηση και μετα- ανάλυση, που διενεργήθηκε βάσει των κατευθυντήριων οδηγιών PRISMA. Πραγματοποιήθηκε αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων Pubmed, Scopus και Web of Science, την χρονική περίοδο 1/1/2021- 31/10/2024 και συμπεριλήφθηκαν μελέτες που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη και αφορούσαν παιδιά ηλικίας έως 18 ετών με λοίμωξη αναπνευστικού που ελέγχθηκαν για RSV. Η επιλογή των μελετών έγινε σε δύο στάδια από δύο ανεξάρτητους ερευνητές, όπως και η ποιοτική αξιολόγηση των μελετών που έγινε με την κλίμακα Joanna Briggs Institute (JBI). Στη συνέχεια έγινε ανάσυρση των απαραίτητων δεδομένων από τις επιλεγμένες μελέτες και ποιοτική και ποσοτική σύνθεση των αποτελεσμάτων. Για τη μετα- ανάλυση εφαρμόστηκε μοντέλο τυχαίων επιδράσεων. Η ετερογένεια εκτιμήθηκε με τη μέθοδο I2 και το σφάλμα δημοσίευσης με διαγράμματα χοάνης και τεστ Egger.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 31 μελέτες με πληθυσμό 89.466 παιδιών. Η συνολική ενδονοσοκομειακή θετικότητα του RSV ήταν 37% (95%Cl: 31%-44%), με αυξημένη επικράτηση 71% (95%Cl: 63%-79%) στις μελέτες που αφορούσαν βρέφη <12 μηνών, έναντι 26% (95%Cl: 22%-32%) σε εκείνες με μεγαλύτερα παιδιά (0-18 ετών). Μελέτες από την Νότια Ευρώπη κατέγραψαν υψηλότερο ποσοστό ενδονοσοκομειακής RSV θετικότητας (40%, 95%Cl: 27%-53%), συγκριτικά με άλλες περιοχές (31%, 95%Cl: 25%-37%). Μεταξύ των θετικών RSV νοσηλευόμενων παιδιών, το 12% (95%Cl: 8%-16%) χρειάστηκε νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και το 62% (95%Cl: 22%-101%) αναπνευστική υποστήριξη, ενώ συλλοιμώξεις ανευρέθησαν στο 17% (95%Cl: 10%-24%).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Μετά την πανδημία COVID-19, παρατηρήθηκε αυξημένη RSV θετικότητα, ιδιαίτερα σε παιδιά <12 μηνών. Λαμβάνοντας υπόψιν τις πρόσφατα διαθέσιμες στρατηγικές πρόληψης του RSV, όπως τα μονοδοσικά μονοκλωνικά αντισώματα και τα εμβόλια, ένα ολοκληρωμένο σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης είναι απαραίτητο για τη λήψη αποφάσεων δημόσιας υγείας.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: Respiratory Syncytial Virus (RSV) is a major cause of bronchitis, bronchiolitis and pneumonia in children, particularly under five years old. Its transmission follows a seasonal pattern. The covid-19 pandemic, the non- pharmaceutical interventions taken and the relaxation of them, altered the epidemiology of RSV.

AIM: The aim of the study is to determine the epidemiological characteristics of RSV infection in children, in Europe, following the relaxation of COVID-19 related non- pharmaceutical interventions.

METHODOLOGY: This is a systematic review and meta-analysis, conducted based on the PRISMA guidelines. A search was carried out in the Pubmed, Scopus and Web of Science databases, during the period 1/1/2021- 31/10/2024, and studies that took place in Europe and involved children up to 18 years of age with respiratory infection and RSV detection were included. The selection of the studies was carried out in two stages by two independent researchers, as was the qualitative assessment of the studies using the Joanna Briggs Institute (JBI) scale. Subsequently, the necessary data were extracted from the selected studies and a qualitative and quantitative synthesis of the results was carried out. Α random- effect model was applied, heterogeneity was assessed using I2 statistics and publication bias was evaluated using funnel plots and Egger’s tests.

RESULTS: Thirty-one studies met the inclusion criteria, encompasing 89,466 children. The overall RSV in- hospital positivity was 37% (95%CI: 31%-44%). RSV positivity in studies with infants (<12-months-old) was 71% (95%CI:63%-79%), vs 26% (95%CI:22%-32%) in studies including older children (0-18 years). Studies from Southern Europe reported a higher in-hospital RSV positivity rate (40%,95%CI:27%-53%) compared to other regions (31%, 95%CI:25%-37%). Co-infections were detected in 17% (95%CI:10%-24%) and admission to the Intensive Care Unit was required in 12% (95%CI:8%-16%) and respiratory support in 62% (95%Cl: 22%- 101%) of RSV-positive children.

CONCLUSIONS: A significant prevalence of RSV- related hospitalizations was detected, especially in infants <12-months-old, following the acute phase of COVID-19 pandemic. Given the recent availability of RSV preventing strategies, including single-dose monoclonal antibodies and maternal vaccines, a comprehensive RSV epidemiological surveillance is essential to guide public health decisions.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
RSV, Βρογχιολίτιδα, Επιδημιολογία, Παιδιά, Μετά- covid-19

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
RSV, Bronchiolitis, Epidemiology, Children, Post-covid-19

Αριθμός σελίδων

90

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

139

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 15/01/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5299419

Δημοσίευση

Giavasoglou_Danai-Konstantina_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

16/09/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Mπακοπούλου Φλώρα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παλτόγλου Γεώργιος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Η συχνότητα των επισκέψεων σε ένα ιατρείο σε σχέση με την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης σε δείκτες σωματικού βάρους και σύστασης σώματος (αναδρομική μελέτη)

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The frequency of visits to a clinic in relation to the effectiveness of the intervention on body weight and body composition indices (retrospective study)

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παιδική παχυσαρκία είναι ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας, με έναν αυξανόμενο αριθμό παχύσαρκων παιδιών παγκοσμίως. Έρευνες δείχνουν ότι τα υπέρβαρα παιδιά έχουν προδιάθεση για παχυσαρκία στην ενήλικη ζωή. Οι ψυχολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της παχυσαρκίας. Οι σωστές διατροφικές συνήθειες περιλαμβάνουν τακτικά γεύματα, διατροφή πλούσια σε λαχανικά, φρούτα και δημητριακά ολικής αλέσεως και περιορισμό των επεξεργασμένων προϊόντων. Οι ακατάλληλες διατροφικές συνήθειες περιλαμβάνουν τα υπερβολικά ζωικά λίπη, τα γλυκά, το αλάτι, την παράλειψη γευμάτων και τις ακανόνιστες διατροφικές συνήθειες.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να εξακριβώσει εάν τα υπέρβαρα άτομα που πραγματοποίησαν πιο συχνές ιατρικές επισκέψεις θα παρουσίαζαν πιο ουσιαστικές αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, το σωματικό βάρος και τη σύσταση του σώματος σε σύγκριση με εκείνα που είχαν λιγότερες επισκέψεις παράλληλα με μια δίαιτα χαμηλής ενέργειας.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Στην μελέτη (αναδρομική) συμπεριλήφθηκαν υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά και εφήβους, ηλικίας 2-17 ετών, που παρακολουθήθηκαν στο Ιατρείο Αντιμετώπισης Αυξημένου Βάρους Σώματος κατά το χρονικό διάστημα 2012-2024. Από τη μελέτη εξαιρέθηκαν παιδιά και έφηβοι με παχυσαρκία στα πλαίσια συνδρόμου. Σε παχύσαρκα παιδιά η αξιολόγηση γινόταν μηνιαίως, σε υπέρβαρα κάθε δύο μήνες, και σε παιδιά φυσιολογικού βάρους ανά τρίμηνο. Για την διεξαγωγή της μελέτης λήφθηκε έγκριση από το Επιστημονικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγία Σοφία»

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Συνολικά στη μελέτη συμμετείχαν 565 παιδιά και έφηβοι (259 αγόρια και 306 κορίτσια) ηλικίας 2-17 ετών (μέση ηλικία ± τυπική απόκλιση: 9.310 ± 2.768). Κατά τη διάρκεια της μελέτης και της περιόδου παρακολούθησης, 544/565 (96.3%) παιδιά και έφηβοι επισκέφθηκαν την κλινική περισσότερες από μία φορές, αλλά 21 (3.7%) άτομα είχαν μία μόνο επίσκεψη. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στα βασικά χαρακτηριστικά μεταξύ αυτών των δύο κοορτών. Σε όλες τις ομάδες, οι ασθενείς παρουσίασαν αυξήσεις στο βάρος και το ύψος, με τη σημαντικότερη αύξηση βάρους να σημειώνεται σε αυτούς με 5-9 επισκέψεις παρακολούθησης (+12,68%) και την υψηλότερη αύξηση ύψους στην ομάδα με περισσότερες από 10 επισκέψεις (+7,42 %). Παρά τις αυξήσεις βάρους, ο ΔΜΣ γενικά μειώθηκε, με τη μεγαλύτερη μείωση να παρατηρείται σε ασθενείς με περισσότερες από 10 επισκέψεις παρακολούθησης (-3,93%). Αυτή η ομάδα έδειξε επίσης την πιο αξιοσημείωτη μείωση στο z-score ΔΜΣ (-28,95%), υποδεικνύοντας βελτιωμένη διαχείριση βάρους σε σχέση με τα πρότυπα ηλικίας. Η περιφέρεια μέσης (WC) αυξήθηκε ελαφρώς στις περισσότερες ομάδες, αλλά οι ασθενείς με περισσότερες από 10 επισκέψεις είδαν μια μικρή μείωση (-0,64%), υποδηλώνοντας καλύτερο έλεγχο της κεντρικής παχυσαρκίας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Oι συχνότερες παρακολουθήσεις συνδέονται με βελτιωμένη σύσταση σώματος, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συνεπούς παρακολούθησης για αποτελεσματικά αποτελέσματα υγείας.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Childhood obesity is a major public health issue, with an increasing number of obese children worldwide. Research shows that overweight children are predisposed to obesity in adulthood. Psychological and environmental factors play an important role in the development of obesity. Good eating habits include regular meals, a diet rich in vegetables, fruits and whole grains, and limiting processed foods. Unhealthy eating habits include excessive animal fats, sweets, salt, skipping meals and irregular eating habits.

AIM: The purpose of this study was to determine whether overweight individuals who made more frequent medical visits would exhibit more substantial changes in eating habits, body weight, and body composition compared to those who had fewer visits while following a low-energy diet.

METHODOLOGY: The study (retrospective) included overweight and obese children and adolescents, aged 2-17 years, who were followed up at the Obesity Clinic during the period 2012-2024. Children and adolescents with obesity in the context of a syndrome were excluded from the study. In obese children, the assessment was performed monthly, in overweight children every two months, and in normal weight children every three months. Approval was obtained for the conduct of the study from the Scientific Council of the “Agia Sophia” Children’s Hospital.

RESULTS: A total of 565 children and adolescents (259 boys and 306 girls) aged 2-17 years (mean age ± standard deviation: 9.310 ± 2.768) participated in the study. During the study and follow-up period, 544/565 (96.3%) children and adolescents visited the clinic more than once, but 21 (3.7%) individuals had only one visit. There were no significant differences in baseline characteristics between these two cohorts. In all groups, patients experienced increases in weight and height, with the most significant weight gain occurring in those with 5-9 follow-up visits (+12.68%) and the highest height gain in the group with more than 10 visits (+7.42%). Despite weight gains, BMI generally decreased, with the largest decrease observed in patients with more than 10 follow-up visits (-3.93%). This group also showed the most significant decrease in BMI z-score (-28.95%), indicating improved weight management relative to age norms. Waist circumference (WC) increased slightly in most groups, but patients with more than 10 visits saw a small decrease (-0.64%), indicating better control of central obesity.

CONCLUSIONS: More frequent follow-ups are associated with improved body composition, highlighting the importance of consistent follow-up for effective health outcomes.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
ΔΜΣ, ΔΜΣ z-score, ΠΜ, Συχνότητα επισκεψεων σε ιατρειο αντιμετώπισης αυξημένου βάρους σώματοςία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
BMI, BMI z-score, PM, Frequency of visits to a clinic for treatment of increased body weight

Αριθμός σελίδων

128

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Nαι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

317

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5301650

Δημοσίευση

Golfi_Olga_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

25/02/2025

Έτος εκπόνησης

2024

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Δούσης Ευάγγελος, Αν. Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Μοσχόβη Μαρία, Αφ. Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Ιωάννης Κουτελέκος, Αν. Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Απώτερες επιπτώσεις της θεραπείας στους επιζώντες από οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία της παιδικής ηλικίας: Συστηματική Ανασκόπηση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Long-term and late-term effects of treatment in survivors of childhood Acute Lymphoblastic Leukemia: A Systematic Review

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η θεραπεία της οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας (ΟΛΛ) παιδικής ηλικίας έχει απώτερες επιπτώσεις στους επιζώντες.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση των απώτερων επιπτώσεων της θεραπείας στους επιζώντες από ΟΛΛ της παιδικής ηλικίας.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας με χρήση λέξεων-κλειδιών: acute lymphoblastic leukemia, survivors, long effects, late effects, σε διεθνείς βιβλιογραφικές βάσεις δεδομένων (PubMed, Scopus) καθώς και συνώνυμα και συνδυασμούς των όρων. Χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία PICOS και η μεθοδολογία PRISMA σαν αξιολογικό κριτήριο για την εισαγωγή των άρθρων στη μελέτη. Τα κριτήρια εισαγωγής των άρθρων στη μελέτη ήταν: να αφορούν ερευνητικές μελέτες, δημοσιευμένες από το 2019-2023, που διερευνούν τις απώτερες επιπτώσεις της θεραπείας στους επιζώντες από ΟΛΛ της παιδικής ηλικίας, δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά στην αγγλική γλώσσα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι απώτερες επιπλοκές της θεραπείας της ΟΛΛ στους επιζώντες αφορούν τη κοινωνική προσαρμογή, τα προβλήματα εγκυμοσύνης, την πρόωρη οφθαλμική γήρανση, τη μη συμμόρφωση με τις οδηγίες για το τρόπο ζωής, τις διαταραχές μνήμης, σπερματογένεσης και την πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια, το άγχος, το μικρό ανάστημα και διαταραχές ουροποιητικού συστήματος, θυρεοειδούς, ακοής & δερματικά προβλήματα, τις σχολικές επιδόσεις, το σωματικό βάρος, την κινητική-αισθητηριακή νευροπάθεια, την ενδοκρινοπάθεια.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είναι πολλαπλές και σημαντικές οι απώτερες επιπτώσεις της θεραπείας στους επιζώντες της ΟΛΛ της παιδικής ηλικίας και η μεγαλύτερη σε βάθος διερεύνησή τους θα συμβάλει στην ανάδειξη των παραγόντων που σχετίζονται με αυτές και θα παρέχει ισχυρές ενδείξεις για την πρόληψη και αντιμετώπισή τους.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: Treatment of childhood acute lymphoblastic leukemia (ALL) has long-lasting effects on survivors.

AIM: The purpose of the study was to investigate the long-term and late-term effects of treatment in survivors of childhood ALL.

METHODOLOGY: Systematic literature review using keywords: acute lymphoblastic leukemia,survivors, long term effects, late term effects, in international bibliographic databases (PubMed, Scopus) as well as synonyms and combinations of the terms. The PICOS procedure and the PRISMA methodology were used as evaluative criteria for the inclusion of articles in the study. The inclusion criteria for articles in the study were: to be research studies, published from 2019-2023, investigating the long-term effects of treatment in survivors of childhood ALL, published in English-language scientific journals;

RESULTS: Distant complications of ALL treatment in survivors include social adjustment, pregnancy problems, premature ocular aging, non-adherence to lifestyle guidelines, memory, spermatogenesis and premature ovarian failure disorders, anxiety, short stature and disorders of the urinary system, thyroid, hearing & skin problems, school performance, body weight, motor-sensory neuropathy, endocrinopathy.

CONCLUSIONS: The long-term effects of treatment in survivors of childhood ALL are multiple and significant, and their more in-depth investigation will help highlight the factors associated with them and provide strong evidence for their prevention and treatment.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:

Οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, Επιζώντες, Απώτερες επιπτώσεις, Θεραπεία, Όψιμες επιπτώσεις

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

Acute Lymphoblastic Leukemia, Survivors, Long effects, Late effects, Treatment

Αριθμός σελίδων

63

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

78

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3456657

Δημοσίευση

Υπό δημοσίευση στο Περιοδικό “Περιεγχειρητική Νοσηλευτική”

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

17/02/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Αφροδίτη Ζαρταλούδη, Αν. Καθηγήτρια, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Δέσποινα Μπριάνα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Ιωάννης Κουτελέκος, Αν. Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Είδος δεσμού προσκόλλησης, στάσεις απέναντι στο θηλασμό και τυπολογία γονέων παιδιών νηπιακής και πρώτης σχολικής ηλικίας

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Type of parental attachment, attitudes towards breastfeeding and typology of parents of preschool and early school-aged children in Greece

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο συναισθηματικός δεσμός που ανέπτυξε ένα άτομο με τους γονείς του κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας είναι ένας βασικός παράγοντας που θα επηρεάσει τις επιλογές και το στυλ ανατροφής που θα ακολουθήσει το ίδιο όταν θα γίνει γονέας. Από την άλλη ο γονικός τύπος που θα υιοθετήσει και οι επιλογές στην ανατροφή των παιδιών του θα επηρεάσουν την σχέση του με το παιδί του στη συνέχεια. Η επιλογή ή όχι του θηλασμού- τα οφέλη του οποίου είναι ευρέως γνωστά-, η διάρκεια του θηλασμού και γενικά οι πρώιμες εμπειρίες που θα έχει ένα βρέφος και νήπιο κοντά στους γονείς του, φαίνεται πως επηρεάζονται από τους διαφορετικούς γονικούς τύπους και το είδος δεσμού που είχαν αναπτύξει οι γονείς ως παιδιά.

ΣΚΟΠΟΣ: Να διερευνηθεί (α) το είδος του συναισθηματικού δεσμού που είχαν αναπτύξει οι συμμετέχοντες στη μελέτη γονείς με τους δικούς τους γονείς κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας, (β) τις στάσεις τους απέναντι στο θηλασμό, (γ) την γονική τυπολογία και (δ) χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των δικών τους παιδιών.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Συγχρονική, ποσοτική μελέτη στην οποία χρησιμοποιήθηκαν αυτό-συμπληρούμενα ερωτηματολόγια τα οποία συμπληρώθηκαν από 862 γονείς (μητέρες και πατέρες) που έλαβαν υποστήριξη από ιδιωτικό κέντρο υποστήριξης μητρότητας και θηλασμού.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η επιλογή του θηλασμού συσχετίστηκε θετικά με το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των γονέων (p<0,001), τον φυσιολογικό τοκετό (p<0,001), τη διαμονή στην Αθήνα ή σε άλλη αστική περιοχή (p=0,017), την θετική στάση απέναντι στον θηλασμό κατά την κύηση (p<0,001) και για τον θηλασμό μετά τους 12 μήνες (p<0,001), την προηγούμενη εμπειρία θηλασμού (p<0,001), την μη χρήση πιπίλας (p<0,001), την εισαγωγή ολόκληρης τροφής στους 6 μήνες (p<0,001), την συν-διαμονή με το μωρό τους (p<0,001) και την μη εφαρμογή εκπαίδευσης ύπνου (p<0,001). Αντίστοιχα η διάρκεια του θηλασμού συσχετίστηκε θετικά με την διαμονή σε άλλη αστική περιοχή (p<0,001), και την ανεργία (p=0,009). Περισσότερο θήλασαν όσα παιδιά θήλασαν αποκλειστικά (p<0,001), όσα αποθήλασαν φυσικά (p<0,001), όσα γεννήθηκαν με φυσιολογικό τοκετό (p<0,001), όσα δεν πήραν πιπίλα (p<0,001), όσα ξεκίνησαν με ολόκληρες τροφές την εισαγωγή (p<0,001), όσα έμειναν περισσότερο στο δωμάτιο των γονιών τους (p<0,001), σε όσα δεν εφαρμόστηκε εκπαίδευση ύπνου (p<0,001) και όσων οι γονείς είχαν ενημερωθεί σχετικά (p<0,001). Η υψηλότερη φροντίδα που έλαβαν οι συμμετέχοντες από τους γονείς τους συσχετίστηκε αρνητικά με την αποκλειστικότητα του θηλασμού (p=0,041), την διάρκεια του θηλασμού (p<0,001) και τη θετική στάση για τον θηλασμό μετά τους 12 μήνες (p=0,002). Η υψηλή φροντίδα από την μητέρα (p=0,040) και από τον πατέρα (p=0,029) συσχετίστηκε θετικά με την εφαρμογή εκπαίδευσης ύπνου. Όσες μητέρες έλαβαν υψηλή φροντίδα από τους γονείς τους υιοθέτησαν ένα πιο υποστηρικτικό τύπο (p<0,001), σε αντίθεση με όσες έλαβαν υψηλό έλεγχο (p=0,001), επίσης, χαρακτήρισαν τα παιδιά τους πιο υπάκουα και λιγότερο ευέξαπτα (p=0,009), ενώ όσες έλαβαν περισσότερο έλεγχο χαρακτήρισαν τα παιδιά τους πιο ευέξαπτα (p=0,002) και μη υπάκουα (p<0,001). Ο υποστηρικτικός τύπος μητέρας συσχετίστηκε θετικά με τον φυσικό αποθηλασμό (p=0,018), πιο αυταρχικός τύπος συσχετίστηκε θετικά με την μη αποκλειστικότητα του θηλασμού (p=0,012), τον απότομο αποθηλασμό (p=0,021), τις αλεσμένες τροφές σαν πρώτη τροφή (p=0,001), την μη συν-διαμονή γονέων και παιδιών στο ίδιο δωμάτιο (p<0,001), και την εφαρμογή εκπαίδευσης ύπνου (p<0,001). Αντίστοιχα ήταν τα αποτελέσματα και για τις πιο αυστηρές μητέρες. Η επιτρεπτικότητα στις μητέρες συσχετίστηκε θετικά με μη θηλασμό (p=0,011), μη αποκλειστικό θηλασμό (p=0,002), χρήση πιπίλας (p<0,001), αλεσμένες πρώτες τροφές (p=0,001), και εφαρμογή εκπαίδευσης ύπνου (p=0,001). Για τους πατέρες οι μικρότερη διάρκεια διαμονής στο ίδιο δωμάτιο με το παιδί συσχετίστηκε σημαντικά με πιο αυστηρό τύπο γονέα (p=0,023). Όσα περισσότερα παιδιά είχαν οι μητέρες ήταν περισσότερο αυταρχικές ή επιτρεπτικές (p<0,001) καθώς και οι πατέρες (p<0,001), ενώ η μεγαλύτερη ηλικία του πατέρα συσχετίστηκε θετικά με πιο αυταρχικό τύπο (p=0,001). Μεγαλύτερη ηλικία θηλασμού συσχετίστηκε σημαντικά με λιγότερο αυταρχική μητέρα (p<0,001), λιγότερο αυστηρή (p<0,001) και λιγότερο επιτρεπτική (p=0,001). Θετική στάση απέναντι στον θηλασμό νηπίου (>12 μηνών) συσχετίστηκε σημαντικά με λιγότερο αυταρχική (p<0,001), λιγότερο αυστηρή (p<0,001) ή επιτρεπτική μητέρα (p<0,001). Αντίστοιχα και η συνολική θετική εμπειρία του θηλασμού (p=0,003; p=0,005; p<0,001). Περισσότερο υποστηρικτική μητέρα παρουσίαζε θετικότερη αντίληψη της συμπεριφοράς του παιδιού της, ως λιγότερο ανήσυχο (p=0,015), που μοιράζεται εύκολα (p=0,001), λιγότερο ευέξαπτο (p=0,006), που δέχεται χάδια (p=0,009), που εκφράζει ευκολά τα συναισθήματά του (p<0,001), είναι γενικά υπάκουο (p<0,001), δεν χάνει εύκολα την προσοχή του (p<0,001), δεν είναι νευρικό σε νέες καταστάσεις (p=0,019) και τρομάζει πιο δύσκολα (p=0,028). Σε αντίθεση με τις πιο αυταρχικές, αυστηρές και επιτρεπτικές μητέρες. Πιο υποστηρικτικός πατέρας θεωρούσε ότι το παιδί του μοιράζεται πιο εύκολα (p<0,001). Τέλος μεγαλύτερη ηλικία θηλασμού συσχετίστηκε με μεγαλύτερη ευκολία έκφρασης συναισθημάτων για τα παιδιά (p=0,042) και λιγότερη υπακοή (p=0,021). Περισσότερη θετική αξιολόγηση της συνολικής εμπειρίας του θηλασμού συσχετίστηκε με μικρότερη συμφωνία ότι το παιδί είναι υπερδραστήριο (p=0,020), ευέξαπτο (p=0,004), δεν δέχεται πολλά χάδια (p=0,034), αποσπάται εύκολα η προσοχή του (p=0,004) και τρομάζει (p=0,002). παράλληλα αυξήθηκε ο χρόνος ενασχόλησης με την τηλεόραση και άλλες ψηφιακές δραστηριότητες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Ο μητρικός θηλασμός θα μπορούσε να λειτουργήσει καταλυτικά για να υιοθετήσουν οι γονείς ένα πιο υποστηρικτικό στυλ προς τα παιδιά τους, παρά τον τύπο του δεσμού, που ανέπτυξαν με τους δικούς τους γονείς. Η μελέτη θα μπορούσε να αποτελέσει μια βάση για πιο διευρυμένη έρευνα ως προς τον θηλασμό, τις πρώτες επιλογές των γονέων, τον δεσμό προσκόλλησης και την γονεϊκότητα. Τα ευρήματα της παρούσας μελέτης μπορούν να αξιοποιηθούν από τους επαγγελματίες υγείας, προκειμένου να επιδεικνύουν μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, ενσυναίσθηση και αποτελεσματικότητα γύρω από θέματα θηλασμού και γονεϊκότητας.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: The bond that a person developed with its parents during its childhood is a key factor that will influence the choices and parenting style it will follow when it becomes a parent. On the other hand, the type of parent one adopts and the choices that makes in raising his children will affect its relationship with its child afterwards. The choice or not of breastfeeding – the benefits of which are widely known -, the duration of breastfeeding and in general the early experiences that an infant and toddler will have near their parents, seem to be equally influenced by the different parenting types and the type of bond that parents had developed as children.

AIM: To explore (a) the type of emotional bond that the participants had developed with their own parents during their childhood, (b) their attitudes towards breastfeeding, and (c) their parenting style and (d) behavioral characteristics of their children.

METHODOLOGY: S A cross-sectional study that used self-administered questionnaires completed by 862 parents (mothers and fathers) who received support from a private maternity and breastfeeding support center.

RESULTS: The choice of breastfeeding was positively correlated with parents’ higher educational level (p<0.001), normal delivery (p<0.001), residence in Athens or another urban area ((p=0.017), positive attitude towards breastfeeding during pregnancy (p<0.001) and for breastfeeding after 12 months (p<0.001), previous breastfeeding experience (p<0.001), not using a pacifier (p<0.001), introducing whole foods at 6 months ( p<0.001), co-sleeping with their baby (p<0.001) and not implementing sleep training (p<0.001). Accordingly, the duration of breastfeeding was positively associated with living in another urban area (p<0.001), and unemployment (p=0.009). Longer duration of breastfeeding showed children who were exclusively breastfed (p<0.001), who weaned naturally (p<0.001), who were born naturally (p<0.001), who did not take a pacifier (p<0.001), who started with whole foods ( p<0.001), who stayed longer in their parents’ room (p<0.001), who did not receive sleep training (p<0.001) and those whose parents were informed about breastfeeding (p<0.001). The higher the care participants received from their parents was negatively associated with exclusive breastfeeding (p=0.041), duration of breastfeeding (p<0.001) and positive attitude towards breastfeeding after 12 months (p=0.002). High care from their mother (p=0.040) and from their father (p=0.029) was positively associated with the implementation of sleep training. Mothers who received high care from their parents adopted a more supportive style (p<0.001), in contrast to those who received high control (p=0.001), also rated their children as more obedient and less temperament (p=0.009), while those who received more control rated their children as more temperament (p=0.002) and less docile (p <0.001). The supportive type of mother was positively associated with natural weaning (p=0.018), a more authoritarian type was positively associated with non-exclusive breastfeeding (p=0.012), abrupt weaning (p=0.021), whole food as first food (p =0.001), parents and children not staying together in the same room (p<0.001), and the implementation of sleep training (p<0.001). The results were similar for the strictest mothers. Maternal permissiveness was positively associated with non-breastfeeding (p=0.011), non-exclusive breastfeeding (p=0.002), pacifier use (p<0.001), ground first foods (p=0.001), and implementation of sleep training (p=0.001). For fathers, the shorter duration of stay in the same room as the child was significantly associated with a stricter type of parent (p=0.023). The more children a mother had, the more authoritarian or permissive (p<0.001) they were, as well as fathers (p<0.001), while older father age was positively associated with a more authoritarian type (p=0.001). Older breastfeeding age was significantly associated with a less authoritarian mother (p<0.001), less strict (p<0.001) and less permissive (p=0.001). Positive attitude towards toddler breastfeeding (>12 months) was significantly associated with a less authoritarian (p<0.001), less strict (p<0.001) or permissive mother (p<0.001). Accordingly, the overall positive experience of breastfeeding (p=0.003; p=0.005; p<0.001). A more supportive mother presented a more positive perception of her child’s behavior, as less anxious (p=0.015), sharing easily (p=0.001), less irritable (p=0.006), petting (p=0.009), expressing easily his emotions (p<0.001), is generally obedient (p<0.001), does not lose his attention easily (p<0.001), is not nervous in new situations (p=0.019) and is more difficult to get scared (p=0.028) . In contrast to the more authoritarian, strict and permissive mothers. More supportive father considered his child to share more easily (p<0.001). Finally, older breastfeeding age was associated with greater ease of expressing emotions for children (p=0.042) and less obedience (p=0.021). More positive evaluation of the overall breastfeeding experience was associated with less agreement that the child is hyperactive (p=0.020), irritable (p=0.004), does not accept much caress (p=0.034), is easily distracted (p=0.004) and getting scared (p=0.002).

CONCLUSIONS: Breastfeeding could act as a catalyst for parents to adopt a more supportive style towards their children, regardless of the type of bond they developed with their own parents. The study could serve as a basis for more extensive research on breastfeeding, early parental choices, attachment bond, and parenting. The findings of this study can be utilized by health professionals to demonstrate greater awareness, empathy, and effectiveness regarding issues of breastfeeding and parenting.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:

Θηλασμός, Δεσμός προσκόλλησης, Στάσεις γονέων, Γονεϊκότητα, Γονεϊκή τυπολογία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

Breastfeeding, Attachment bond, Parental attitudes, Parenting, Parenting style

Αριθμός σελίδων

181

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

247

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 19/02/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3463931

Δημοσίευση

Υπό δημοσίευση στο Περιοδικό “Advances in Experimental Medicine and Biology (AEMB)”

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

10/01/2025

Έτος εκπόνησης

2024

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Αντωνάκου Αγγελική, Καθηγήτρια, Σχολή Επιστημών Υγείας, Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος

Μπριάνα Δέσποινα, Καθηγήτρια, Τμήμα Ιατρικής, ΕΚΠΑ

Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Τμήμα Ιατρικής, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Ο μητρικός θηλασμός στα πρόωρα νεογνά στην Ελλάδα

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Breastfeeding in premature infants in Greece

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Τα οφέλη του θηλασμού στα πρόωρα (και μη) βρέφη είναι πολλαπλά τόσο για το βρέφος όσο και για τη μητέρα. Ειδικά στις περιπτώσεις προωρότητας τα οφέλη είναι δυ-νητικά περισσότερα. Στην Ελλάδα ωστόσο, τα ποσοστά θηλασμού σε πρόωρα βρέφη είναι χαμηλά.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση των παραγόντων που επιδρούν στον θηλασμό των πρόωρων βρεφών, εστιάζοντας στις γνώσεις και στην αντίληψη των ίδιων των μητέρων για την αυτοαποτελεσματικότητά τους σχετικά με τον θηλασμό.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Διεξήχθη ποσοτική έρευνα με χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, το οποίο διαμοιράστηκε μέσω του εργαλείου Google Forms, σε ομάδες-σελίδες στα μέσα κοι-νωνικής δικτύωσης και σε forum που επισκέπτονται μητέρες με πρόωρα βρέφη. Εκτός από τους κοινωνικούς-δημογραφικούς παράγοντες και τους παράγοντες που σχετίζονται με την κύηση και τον τοκετό, η εστίαση της έρευνας ήταν στη γνώση και στην αυτοαποτελεσματι-κότητα σχετικά με το θηλασμό.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από 154 συμμετέχουσες, που γέν-νησαν πρόωρα βρέφη εντός των τελευταίων 6 μηνών. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν τα 35.54±6 έτη, το 62.4% ήταν πρωτότοκες, το 69.5% διένυαν μονήρη κύηση και το 54.5% γέννησε με καισαρική με μέση διάρκεια κύησης τις 34-36 εβδ., ενώ το 23.4% δεν α-νέφερε κάποια παθολογία. Η μέση τιμή γνώσεων περί θηλασμού ήταν 40,65 (range 30-67) και η μέση τιμή αυτοαποτελεσματικότητας 36,94 (range 25-64).Τα ευρήματα της στατιστικής ανάλυσης κατέδειξαν μια θετική σύνδεση του θηλασμού στα πρόωρα βρέφη και της αυτο-αποτελεσματικότητας της μητέρας. Αντίστοιχα, θετική είναι η σύνδεση μεταξύ της γνώ-σης/ενημέρωσης της μητέρας και του θηλασμού στα πρόωρα βρέφη. Κρίσιμη για την έναρ-ξη και την επιτυχία του θηλασμού είναι η υποστήριξη που λαμβάνει η μητέρα από στενό και ευρύτερο περιβάλλον της, όπως επίσης από το ιατρικό, μαιευτικό και νοσηλευτικό προσω-πικό. Τέλος, η ηλικία, η εκπαίδευση, αλλά και οι παράγοντες που σχετίζονται με την κύηση, τοκετό και τη μετέπειτα υγεία του βρέφους ομοίως επηρεάζουν τον μητρικό θηλασμό στα πρόωρα βρέφη.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι γυναίκες με υψηλότερου βαθμού αυτοαποτελεσματικότητα και γνώση μέσω προγραμμάτων θηλασμού έχουν περισσότερες πιθανότητες να θηλάσουν αποκλειστικά τα πρόωρα βρέφη τους σε σχέση με το να δώσουν αποκλειστικά γάλα φόρ-μουλα. Επιπροσθέτως, οι γυναίκες με υψηλότερου βαθμού αυτοαποτελεσματικότητα και γνώση με μικρότερη ηλικία, των οποίων τα βρέφη παρέμειναν μικρότερο διάστημα σε ΜΕΝΝ, έχουν περισσότερες πιθανότητες να εφαρμόσουν μεικτή διατροφή σε σχέση με το να δώσουν αποκλειστικά γάλα φόρμουλα.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: The benefits of breastfeeding for premature (and non-premature) infants are multiple for both the infant and the mother. Especially in cases of prematurity, the possibil-ity of developing an illness in the infant is high, and for this reason, breast milk is recommend-ed, which can protect the infant.

AIM: The dissertation aims to investigate the factors that influence breastfeeding in premature infants with an emphasis on knowledge and self-efficacy regarding breastfeeding practice. The research objectives analyzed are the investigation of whether women who have given birth to premature infants breastfeed or not, the examination of whether the profile of women plays an important role in the breastfeeding of the premature infant, the investigation of the factors that play an important role in the breastfeeding of the premature infant infants and fi-nally, the development of suggestions on how women could be helped to breastfeed their premature infants.

METHODOLOGY: Quantitative research was conducted using a structured questionnaire, which was distributed via Google Forms, on social media groups-pages and forums visited by mothers of preterm infants. In addition to socio-demographic and factors related to pregnancy and childbirth, the research focus was on knowledge and self-efficacy about breastfeeding. The research sample consists of 154 participants, who gave birth to premature babies within the last 6 months.

RESULTS: The findings of the statistical analysis demonstrated a positive association be-tween breastfeeding in preterm infants and maternal self-efficacy. Accordingly, the associa-tion between maternal knowledge/information and breastfeeding in preterm infants is positive. Critical to the initiation and success of breastfeeding is the support the mother receives from her close and wider environment, as well as from the medical, midwifery and nursing staff. Finally, age, education, but also factors related to pregnancy, delivery and the subsequent health of the infant similarly affect breastfeeding in premature infants.

CONCLUSIONS: Women with higher levels of self-efficacy and knowledge through breast-feeding programs are more likely to exclusively breastfeed their premature infants compared to exclusively formula feeding. Furthermore, women with higher levels of self-efficacy and knowledge, who are younger and whose infants spent less time in the NICU, are more likely to practice mixed feeding compared to exclusively formula feeding.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Μητρικός Θηλασμός, Πρόωρα Βρέφη, Αυτοαποτελεσματικότητα, Γνώση

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Breastfeeding, Premature Infants, Self-Efficacy, Knowledge

Αριθμός σελίδων

137

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

103

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3448430

Δημοσίευση

Kritikou_Marietta_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

17/07/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Περδικάρης Παντελεήμων, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Κουτελέκος Ιωάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Μοσχόβη Μαρία, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕKΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Συμπληρωματικές και εναλλακτικές θεραπείες για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από τη χημειοθεραπεία σε παιδιατρικούς ασθενείς με καρκίνο

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Complementary and alternative treatments for managing chemotherapy-induced nausea and vomiting in pediatric cancer patients: A scoping reviews

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Από τις πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες της χημειοθεραπείας είναι η ναυτία και ο έμετος(CINV). Μέχρι τώρα οι φαρμακευτικές μέθοδοι δεν έχουν αποδειχθεί απολύτως αποτελεσματικές, ειδικότερα στα παιδιά. Οι εναλλακτικές και συμπληρωματικές μορφές θεραπείας (CAM) μπορούν να έχουν ρόλο στο πλάνο θεραπείας και φροντίδας, και να αναδειχθούν σε σημαντικό αρωγό της ήδη υπάρχουσας εφαρμοζόμενης φροντίδας.

ΣΚΟΠΟΣ: Η διερεύνηση και εντόπιση των εναλλακτικών και συμπληρωματικών θεραπευτικών μεθόδων για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου σε παιδιά με καρκίνο υπό χημειοθεραπεία.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Διενεργήθηκε οριοθετημένη ανασκόπηση (scoping review) για τις κύριες εναλλακτικές μεθόδους: βελονισμό, πιεσοθεραπεία, αρωματοθεραπεία και μουσικοθεραπεία στις βάσεις δεδομένων PubMed και Scopus.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Θετικά αποτελέσματα κυρίως αναφορικά με την μη επιδείνωση της CINV φαίνεται ότι έχουν ο βελονισμός (κλασσικός, ωτικός, ηλεκτροβελονισμός) και η μουσικοθεραπεία. Η αρωματοθεραπεία δεν φάνηκε να βοηθά στη βελτίωση, αλλά στη διατήρηση σταθερών επιπέδων CINV, ενώ η πιεσοθεραπεία με Sea-Bands ή με το χέρι παρά την άμεση και εύκολη εφαρμογή της δεν είχε σε καμία μελέτη στατιστικά σημαντικό αποτέλεσμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η συνδυασμένη χρήση εναλλακτικών και παραδοσιακών θεραπειών μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική στην μείωση της ποσότητας των αντιεμετικών φαρμάκων, στην επιτυχή αντιμετώπιση της οξείας και όψιμης CINV και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών. Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα και κλινικές δοκιμές για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας αυτών των μεθόδων, καθώς και την ενσωμάτωση τους στην κλινική πρακτική. Ο επιστημονικός ρόλος του νοσηλευτή ως ερευνητή, μέλους της παρεχόμενης φροντίδας και εκπαιδευτή είναι πολύτιμος και αναγνωρίζεται σε πολλές από τις μελέτες.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: One of the most common adverse effects of chemotherapy is nausea and vomiting (CINV). So far, drug therapies have not been completely effective, especially in children. Complementary and alternative therapies (CAM) may play a role in treatment and care and could become a valuable addition to existing care practices.

OBJECTIVE: To explore and identify complementary and alternative therapies for managing nausea and vomiting in children undergoing chemotherapy for cancer.

METHODOLOGY:A scoping review of the main alternative methods—acupuncture, acupressure, aromatherapy, and music therapy—was conducted using the PubMed and Scopus databases.

RESULTS: A scoping review of the main alternative methods—acupuncture, acupressure, aromatherapy, and music therapy—was conducted using the PubMed and Scopus databases.

CONCLUSIONS: A scoping review of the main alternative methods—acupuncture, acupressure, aromatherapy, and music therapy—was conducted using the PubMed and Scopus databases.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Εναλλακτικές θεραπείες, Ναυτία, Έμετος, Βελονισμός, Πιεσοθεραπεία, Μουσικοθεραπεία, Αρωματοθεραπεία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Alternative therapies, Nausea and vomiting, Acupuncture, Acupressure, Music therapy, Aromatherapy

Αριθμός σελίδων

151

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

163

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5299533

Δημοσίευση

Metaxa_Maria-Aanastasia_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

10/10/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ξεπαπαδάκη Παρασκευή, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παπαδόπουλος Νικόλαος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Τσολιά Μαρία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Λοίμωξη SARS-CoV-2 και αποτελέσματα COVID-19 σε παιδιά με άσθμα: μια συστηματική ανασκόπηση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

SARS-CoV-2 Infection and COVID-19 outcomes in children with Asthma: a systematic review

Περίληψη

Ελληνικά:

ΣΚΟΠΟΣ: Να αξιολογηθεί η επίδραση της λοίμωξης COVID-19 σε παιδιά με άσθμα και να διερευνηθεί εάν το επίπεδο ελέγχου του άσθματος επηρεάζει την κλινική έκβαση.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Αναζητήθηκαν μελέτες κοορτής και ασθενών – μαρτύρων μελέτες με ασθενείς ηλικίας 6μηνών έως 21 ετών με ιστορικό διαγνωσμένου άσθματος και επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19, σε PubMed και Scopus. Η διαλογή τίτλων, περιλήψεων και η εξαγωγή δεδομένων έγινε από έναν ερευνητή. Κύρια έκβαση ορίστηκε ο κίνδυνος νοσηλείας λόγω λοίμωξης από COVID-19 και ως δευτερεύουσες ο κίνδυνος νοσηλείας σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), η βαρύτητα της νόσου, η χρήση υποστηρικτών μέσων της αναπνοής και η θνητότητα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Επιλέχθηκαν 28 μελέτες, με 143915 παιδιά με COVID-19, εκ των οποίων 14.391 (9,9%) είχαν άσθμα (μέση ηλικία 6,8 έτη). Στο 75% των μελετών αναφερόταν διάγνωση η διάγνωση βασιζόταν σε ιατρικό ιστορικό, ενώ σε άλλες στη σπιρομέτρηση, νοσηλείες ή λήψη φαρμακευτικής αγωγής, ενώ 7 μελέτες ανέφεραν δεδομένα για το επίπεδο ελέγχου άσθματος. Τα ασθματικά παιδιά δεν παρουσίασαν αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας σε σχέση με τα μη ασθματικά (n=16, OR 1,5, 95% CI 0,91-2,48, Ι2=91,9%), αλλά είχαν αυξημένο κίνδυνο για νοσηλεία σε ΜΕΘ (n=10, OR 1,83, 95% CI 1,24-2,71, Ι2=13,4%) και ανάγκης μη επεμβατικού μηχανικού αερισμού. Δεν καταγράφηκε θάνατος μεταξύ των ασθματικών. Σε 5 από τις 7 μελέτες η πλειοψηφία των παιδιών είχε καλά ελεγχόμενο άσθμα και συμμόρφωσης στη θεραπεία. Παρά τον περιορισμό δεδομένων, οι περισσότερες μελέτες έδειξαν ότι το μη ελεγχόμενο άσθμα σχετίζεται με αυξημένη σοβαρότητα νόσου και πιθανότητα νοσηλείας.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ: Τα παιδιά με άσθμα δεν παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο γενικής νοσηλείας λόγω COVID-19, αλλά ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα σοβαρής έκβασης όταν το άσθμα είναι μη ελεγχόμενο. Η διατήρηση καλού ελέγχου του άσθματος παραμένει καθοριστικός παράγοντας πρόληψης σοβαρών λοιμώξεων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ανασκόπηση υπογραμμίζει τη σημασία του καλού ελέγχου του άσθματος για τη βέλτιστη πρόληψη και διαχείριση της COVID-19 , όσο και γενικότερα λοιμώξεων από αναπνευστικούς ιούς.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Pediatric-adolescent obesity is a serious health problem worldwide and it is considered a multifactorial and multisystem disease that can have a serious effect on various aspects in children such as their physical health, social and emotional well-being. Several studies have reported many short- and long-term comorbidities associated with childhood/adolescent obesity, including type 2 diabetes mellitus, hypertension, early onset puberty, menstrual irregularities and polycystic ovary syndrome, asthma, benign intracranial hypertension, musculoskeletal disorders, and mental health issues. The management of obesity in children and adolescents is a condition that requires a staged approach. Surgical interventions provide a dependable approach for achieving and sustaining weight loss.

AIM: To evaluate the impact of COVID-19 infection in children with asthma and to investigate whether the level of asthma control influences clinical outcomes.

METHODOLOGY: A search was conducted in PubMed and Scopus for cohort and case–control studies including patients aged 6 months to 21 years with a history of physician-diagnosed asthma and confirmed COVID-19 infection. Title/abstract screening and data extraction were performed by a single reviewer. The primary outcome was the risk of hospitalization due to COVID-19; secondary outcomes included risk of PICU admission, disease severity, use of respiratory support and mortality.

RESULTS: 39 aTwenty-eight studies were included, encompassing 143,915 children with COVID-19, of whom 14,391 (9.9%) had asthma (mean age 6.8 years). In 75% of studies, asthma was defined by medical history, while others used spirometry, hospitalization records, or medication use; seven studies reported data on asthma control. Asthmatic children did not have an increased risk of hospitalization compared with non-asthmatics (n=16, OR 1.5, 95% CI 0.91–2.48, I²=91.9%), but had higher risk of PICU admission (n=10, OR 1.83, 95% CI 1.24–2.71, I²=13.4%) and need for noninvasive ventilation. No deaths were reported among asthmatic children. In five of the seven studies, most patients had well-controlled asthma and good treatment adherence. Although data were limited, several studies suggested that uncontrolled asthma was associated with increased disease severity and hospitalization risk.

DISCUSSION: Children with asthma do not appear to have an increased overall risk of hospitalization due to COVID-19, but poorly controlled asthma may predispose to more severe outcomes. Maintaining good asthma control remains a key factor in preventing severe infections.

CONCLUSIONS: This review highlights the importance of optimal asthma control for the prevention and management of COVID-19 and, more broadly, respiratory viral infections.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Νόσος κορονοϊού 19, COVID-19, SARS-CoV-2, Άσθμα, Συριγμός, Έξαρση άσθματος, Παιδί, Παιδιά, Παιδιατρικός ασθενής, Βρέφος, Έφηβος

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Coronavirus disease 19, COVID-19, SARS-CoV-2, Asthma, Wheezing, Asthma exacerbation, Child, Children, Pediatric patient, Infant, Adolescent

Αριθμός σελίδων

50

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

59

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 10/04/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5307249

Δημοσίευση

Batsiou_Anastasia_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

16/06/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Kαραβανάκη Κυριακή, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παλτόγλου Γεώργιος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Η επίδραση της σωματικής άσκησης στον γλυκαιμικό έλεγχο, το λιπιδαιμικό προφίλ, το καρδιαγγειακό σύστημα, τη φυσική κατάσταση και την ευεξία παιδιών και εφήβων με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Τhe effect of physical exercise on glycaemic control, lipid profile, cardiovascular system, fitness and well-being in children and adolescents with type 1 diabetes mellitus

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο ΣΔ-1 αποτελεί αυτοάνοση, αυτοφλεγμονώδη και πολυπαραγοντική νόσο που εμφανίζεται κυρίως στα πρώιμα στάδια της ζωής. Συνδέεται με ποικίλες σοβαρές επιπλοκές. Η αντιμετώπιση του ΣΔ-1 περιλαμβάνει συνδυασμό ινσουλίνης, υγιεινής διατροφής και άσκησης, η οποία προσφέρει πολλαπλά οφέλη στην πρόληψη των επιπλοκών και την καλή διαχείριση της νόσου.

ΣΚΟΠΟΣ: Η παρούσα μελέτη στοχεύει στην ανάδειξη της επίδρασης της άσκησης σε παιδιά και εφήβους με ΣΔ-1 στο γλυκαιμικό έλεγχο, τη φυσική κατάσταση, το λιπιδαιμικό προφίλ και την ποιότητα ζωής.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για συστηματική ανασκόπηση που περιλαμβάνει διεθνή άρθρα και μελέτες που επιλέχθηκαν με κριτήρια P.I.C.O.T.S (Population, Intervention, Comparator, Outcome, Timing, Study Design), την τελευταία δεκαετία. Η αξιολόγηση έγινε σύμφωνα με το διάγραμμα ροής κατά Prisma 2020 και ο ποιοτικός έλεγχος κάθε μελέτης με το εργαλείο Joanna Briggs Institute. Είναι μοναδική καθώς περιλαμβάνει μελέτες ανεξάρτητα από χώρα, φυλή και ιδιαίτερα μετά την περίοδο της πανδημίας COVID-19.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Όλες οι μελέτες συνηγορούν υπέρ της ευεργετικής επίδρασης της άσκησης στην πορεία και τις επιπλοκές του ΣΔ-1. Μάλιστα αναδείχθηκε ότι η άσκηση μέτριας προς υψηλής έντασης βελτιώνει τη μέση τιμή ημερήσιας γλυκόζης καθώς και τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), ειδικά όταν τηρούνται οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη συχνότητα και τη διάρκεια άσκησης. Όσον αφορά στο λιπιδαιμικό προφίλ, διαπιστώθηκε από μελέτες παρέμβασης ότι ασθενείς με πτωχή διαβητική ρύθμιση είχαν υψηλές τιμές λιπιδίων ορού, ενώ ανάλογα με την ένταση και τη συχνότητα της άσκησης βελτιώνεται το λιπιδαιμικό προφίλ. Όσον αφορά στο καρδιαγγειακό σύστημα, από μελέτες παρέμβασης με τη χρήση βιοδεικτών φάνηκε ότι η άσκηση, ειδικά υψηλής έντασης, έχει προστατευτικό ρόλο έναντι της χρόνιας φλεγμονής. Ακόμη, η άσκηση βελτιώνει τη φυσική κατάσταση και τις μεταβολές του καρδιακού ρυθμού των ασθενών με ΣΔ-1. Ιδιαίτερα στους εφήβους, η σωματική δραστηριότητα έχει θετική επίδραση στην ποιότητα ζωής και ευεξία τους, μειώνοντας το άγχος, ενώ η άσκηση υψηλής έντασης ήταν πιο ευχάριστη. Τέλος, κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, διαπιστώθηκε βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου λόγω διατροφής (φαγητό στο σπίτι, όχι έτοιμα γεύματα) και αύξησης της εξωτερικής δραστηριότητας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η άσκηση κατέχει σημαντικό ρόλο στη διαβητική ρύθμιση και στην πρόληψη των επιπλοκών του ΣΔ-1, όμως οι ασθενείς δεν φτάνουν τον στόχο για ημερήσια άσκηση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες. Συνεχής ενημέρωση από τους επαγγελματίες υγείας σχετικά με τα οφέλη της σωματικής δραστηριότητας θα συμβάλλει στη συμμόρφωση των ασθενών.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: Type 1 Diabetes Mellitus (T1DM) is an autoimmune, autoinflammatory and multifactorial disease that occurs mainly in the early stages of life. It is associated with a variety of serious complications. The management of T1DM involves a combination of insulin, a healthy diet and exercise. The last one is essential for a good disease management and offers multiple benefits in preventing complications.

AIM: The present study aims to demonstrate the effect of physical exercise on glycaemic control, lipid profile, cardiovascular system, fitness and well-being of children and adolescent who have been diagnosed with T1DM.

METHODOLOGY: It is a systematic review that includes international articles and studies selected according to P.I.C.O.T.S (Population, Intervention, Comparator, Outcome, Timing, Study Design) criteria over the last decade. The assessment was performed according to the flowchart according to Prisma 2020 and the quality control of each study was performed using the Joanna Briggs Institute tool. It is unique as it includes studies independent of country or race and especially after the COVID-19 pandemic period.

RESULTS: The studies support the beneficial effect of exercise on the course and complications of T1DM. In fact, moderate to high intensity exercise was shown to improve mean daily glucose as well as glycosylated haemoglobin (HbA1c), especially when guidelines for exercise frequency and duration are followed. Regarding the lipid profile, intervention studies found that patients with poor diabetic control had high serum lipid values, whereas the lipid profile improves depending on the intensity and frequency of exercise. With regard to the cardiovascular system, intervention studies using biomarkers showed that exercise, especially high-intensity exercise, has a protective role against chronic inflammation. Furthermore, exercise improves fitness and heart rate variability in patients with T1DM. Particularly in adolescents, physical activity has a positive effect on their quality of life and well-being, reducing stress, whereas high-intensity exercise was more enjoyable. Finally, during the COVID-19 pandemic, an improvement in glycaemic control was found due to diet (eating at home, less prepared meals) and an increase in outdoor activity.

CONCLUSIONS: Exercise has an important role in diabetic control and in the prevention of complications of T1DM, but patients do not reach the daily exercise target according to guidelines. Continued education by health professionals about the benefits of physical activity will help to increase patient compliance.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
ΣΔ 1, Παιδιά, Έφηβοι, Άσκηση, Γλυκαιμικός έλεγχος, Λιπιδαιμικό προφίλ, Καρδιαγγειακό σύστημα, Φυσική κατάσταση, Ευεξία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
T1DM, Children, Adolescent, Exercise, Glycaemic control, Lipid profile, Cardiovascular system, Fitness, Well-being

Αριθμός σελίδων

65

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Όχι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

35

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5294951

Δημοσίευση

Mpiza_Alexandra_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

24/01/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Παναγιώτα Περβανίδου, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Αργύριος Ντινόπουλος Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Αθανάσιος Μίχος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Μελέτη των επιδράσεων της κρίσης του Κορωνοϊού / Covid-19 σε παραμέτρους της συμπεριφοράς και στις λαμβανόμενες υπηρεσίες σε παιδιά 3-18 ετών με Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Study of the effects of the Corona virus/Covid-19 crisis on behavioral parameters and the services received in children aged 3-18 with Autism Spectrum Disorder

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η εμφάνιση του κορωνοϊού SARS-CoV-2 στην χώρα μας και τα λαμβανόμενα περιοριστικά μέτρα για την πρόληψη της εξάπλωσής του αντιστοιχούν σε καταστάσεις κρίσεων, κατά τις οποίες παρατηρούνται αλλαγές στις καθημερινές συνήθειες και συμπεριφορές των ατόμων. Τα παιδιά και οι έφηβοι με Διαταραχή στο Φάσμα του Αυτισμού (ΔΦΑ), αποτελούν ευάλωτη ομάδα κυρίως λόγω των συμπεριφορικών ιδιαιτεροτήτων, του κοινωνικού ελλείματος που παρουσιάζουν και της συχνά υπάρχουσας συννοσηρότητας με άλλες διαταραχές. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση της
επίδρασης των περιοριστικών μέτρων για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού στην Ελλάδα κατά την διάρκεια των μηνών Απριλίου-Μαΐου του 2020, σε παιδιά
και εφήβους με ΔΦΑ.

ΣΚΟΠΟΣ: Η διερεύνηση της επίδρασης της τρέχουσας υγειονομικής κρίσης σε παραμέτρους συμπεριφοράς, επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης, εκπαίδευσης και θεραπευτικών προγραμμάτων των παιδιών με ΔΦΑ, αποτελεί τον σκοπό της μελέτης και στοχεύει στην αξιολόγηση των ειδικών αναγκών και των αλλαγών που σχετίζονται με την κρίση του κορονοϊού/ COVID19 στην συγκεκριμένη ομάδα παιδιών και εφήβων.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Για τον σκοπό της έρευνας, μελετήθηκαν 70 παιδιά 3 έως 18 ετών με ΔΦΑ που παρακολουθούνται και υποστηρίζονται στη Μονάδα Αναπτυξιακής και Συμπεριφορικής Παιδιατρικής της Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής του ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία». Η συλλογή των δεδομένων έγινε από τον Μάιο έως τον Ιούνιο του 2020 και αφορούν την περίοδο του εγκλεισμού του Απριλίου-Μαΐου 2020. Για την συλλογή τους χορηγήθηκε το ερωτηματολόγιο μελέτης επιπτώσεων από την πανδημία του κορωνοϊού/Covid-19 CRISIS για γονείς/φροντιστές προσαρμοσμένο στον αυτισμό και σε σχετιζόμενες νευροαναπτυξιακές καταστάσεις v0.3.1, το οποίο αποτελείται από 94 ερωτήσεις.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης έδειξαν ότι η περίοδος της απομόνωσης, κατά το πρώτο κύμα, επέφερε αλλαγές τόσο στις καθημερινές συνήθειες των παιδιών, όσο και στην συμπεριφορά τους. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε αλλαγή στην ώρα κατάκλισης των παιδιών, η οποία φαίνεται να συνέβαινε αργότερα από αυτή πριν την περίοδο της απομόνωσης, αυξήθηκε ο χρόνος ύπνου των παιδιών τόσο τις καθημερινές όσο και τα σαββατοκύριακα, όπως επίσης φάνηκε ότι περισσότερα παιδιά δυσκολεύονταν να αποκοιμηθούν εντός 20΄από τη στιγμή που ξάπλωναν σε σχέση με την περίοδο πριν τον εγκλεισμό. Σημειώθηκε, επίσης, μείωση στο ποσοστό των παιδιών που ασκούνταν συστηματικά (3-4 φορές την εβδομάδα), ενώ παράλληλα αυξήθηκε ο χρόνος ενασχόλησης με την τηλεόραση και άλλες ψηφιακές δραστηριότητες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η συμπεριφορά των παιδιών φαίνεται να επηρεάζεται, καθώς καταγράφηκε σημαντική αύξηση στην αισθητηριακή αναζήτηση και αύξηση της επιθετικότητας των παιδιών προς άλλους ή αντικείμενα, ενδεχομένως ως αντίδραση στις αλλαγές του περιβάλλοντος και των ρουτινών τους. Τέλος,αρκετές από τις θεραπείες των παιδιών πραγματοποιήθηκαν εξ΄ αποστάσεως με τη χρήση της τηλεϊατρικής ή/και την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων και κρίθηκαν βοηθητικές από αρκετούς γονείς. Η κρίση του κορωνοϊού στην Ελλάδα κατά το πρώτο κύμα είχε σαν συνέπεια σημαντικές αλλαγές στις παραμέτρους που μελετήθηκαν στα παιδιά και τους εφήβους με ΔΦΑ.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: The emergence of the SARS-CoV-2 coronavirus in Greece and the restrictive measures taken to prevent its spread are associated with crises,
during which changes in individuals’ daily habits and behaviors are observed. Children and adolescents with Autism Spectrum Disorder (ASD) constitute a
vulnerable group primarily due to behavioral peculiarities, social deficits, and often existing comorbidities with other disorders. This study is a brief presentation of the impact of the restrictive measures for tackling the coronavirus in Greece during April and May 2020 on children and adolescents with ASD.

AIM: The aim of the study was to investigate the impact of the current health crisis on behavior, communication, interaction, education, and therapeutic programs of children with ASD, aiming to assess the specific needs and changes related to the COVID-19 crisis in this particular group of children and adolescents.

METHODOLOGY: Seventy (70) children and adolescents aged 3 to 18 years with ASD who are monitored and supported at the Unit of Developmental and Behavioral Pediatrics, First Department of Pediatrics at the National and Kapodistrian University of Athens (NKUA), “Aghia Sophia” Children’s Hospital were studied. Data collection was conducted from May to June 2020 and was focused on the lockdown period from April to May 2020. To collect the data, the
Coronavirus/COVID-19 CRISIS impact study questionnaire for parents/caregivers adapted for autism and related neurodevelopmental conditions v0.3.1, consisting of 94 questions, was administered.

RESULTS: The results of this study showed that the isolation period during the first wave led to changes in children’s daily habits and behaviors. Specifically, there was an increase in children who regularly experienced sleep difficulties, and their bedtime tended to be later than before the isolation period. Additionally,
there was a decrease in the percentage of children who exercised regularly (3- 4 times a week), while screen time (TV) was increased. Children’s behaviors
and emotions seemed to be affected, as an increase in aggressive behavior towards other people or objects was observed. Finally, a negative impact on children’s therapeutic interventions was found. However, many interventions were conducted remotely using telemedicine or electronic messaging, which parents found helpful.

CONCLUSIONS: The coronavirus crisis in Greece during the first wave resulted in significant changes in the parameters studied in children and adolescents with ASD (Autism Spectrum Disorder).

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Kορωνοϊός, Covid-19, Πανδημία, Υγειονομική κρίση, Αυτισμός, Διαταραχή αυτιστικού φάσματος

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Coronavirus, Covid-19, Pandemic, Health crisis, Autism, Autism spectrum disorder

Αριθμός σελίδων

191

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

74

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 29/01/2027

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3457810

Δημοσίευση

Economou_Polyxeni_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

09/01/2025

Έτος εκπόνησης

2024

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Αθανάσιος Μίχος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Μανθούλα Βαλάρη, Διευθύντρια ΕΣΥ, A’ Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία»

Πρωτότυπος Τίτλος

Κλινικά-εργαστηριακά ευρήματα και πρόγνωση, σε παιδιά με μαστοκυττάρωση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Clinical-laboratory findings and prognosis in children with mastocytosis

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η μαστοκυττάρωση χαρακτηρίζεται από την συσσώρευση μαστοκυττάρων στο δέρμα και άλλα όργανα. Στα παιδιά εντοπίζεται κυρίως στο δέρμα και συνήθως υποχωρεί αυτόματα έως την εφηβεία.

ΣΚΟΠΟΣ: Να μελετήσει την φυσική πορεία, τα εκλυτικά αίτια, τους προγνωστικούς παράγοντες, τις επιπλοκές της δερματικής μαστοκυττάρωσης στα παιδιά και την επίδραση στην ποιότητα ζωής τους.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Ασθενείς ηλικίας κάτω των 15 ετών που διαγνώστηκαν με μαστοκυττάρωση στο δέρμα, το χρονικό διάστημα 2004-2009 συμπεριελήφθησαν στην μελέτη. Συγκεντρώθηκαν πληροφορίες σχετικά με τα συμπτώματα, τις κλινικές εκδηλώσεις, την ηλικία έναρξης, τα εργαστηριακά ευρήματα και την επίδραση στην ποιότητα ζωής των παιδιών, με την βοήθεια ερωτηματολογίου για γονείς.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Συνολικά 35 ασθενείς παρακολουθήθηκαν μακροχρόνια για 10 έτη. Η αναλογία αρρένων: θηλέων ήταν 2:1. Στο 82,8% των περιπτώσεων η ηλικία έναρξης της νόσου ήταν κάτω του έτους. 20 ασθενείς παρουσίαζαν μελαγρωματική κνίδωση (ΜΚ) (57%), 12 μονήρες μαστοκύττωμα (ΜΜ) (34,2%) και 2 διάχυτη δερματική μαστοκυττάρωση (ΔΔΜ) (5,7%). Σημαντική βελτίωση ή ύφεση μετά 10 έτη, παρατηρήθηκε στο 83% των ασθενών με ΜΜ και σε όλους τους ασθενείς με ΜΚ και ΔΔΜ. Μεγαλύτερος αριθμός δερματικών βλαβών, εντονότερα συμπτώματα και αυξημένες τιμές τρυπτάσης συσχετίστηκαν με επιμένουσα νόσο. Κανένας από τους ασθενείς δεν εμφάνισε συστηματική μορφή μαστοκυττάρωσης. Αλλεργίες αναφέρθηκαν σε 9 ασθενείς (25,7%) και σε ένα σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι. Για κανέναν ασθενή δεν αναφέρθηκε ότι η μαστοκυττάρωση είχε σοβαρή επίδραση στην ποιότητα ζωής του.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα περισσότερα παιδιά με μαστοκυττάρωση παρουσιάζουν μερική ή πλήρη ύφεση του εξανθήματος πριν την εφηβεία. Η μαστοκυττάτωση έχει ελάχιστη επίδραση στην ποιότητα ζωής των μικρών ασθενών.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Mastocytosis is characterized by the accumulation of mast cells in the skin and other organs. In children, it is mainly located in the skin and usually resolves spontaneously by adolescence.

AIM: To study the natural course, causative factors, prognostic factors, complications of cutaneous mastocytosis in children, and its impact on their quality of life.

METHODOLOGY: Patients under the age of 15 who were diagnosed with cutaneous mastocytosis between 2004 and 2009 were included in the study. Information was collected regarding symptoms, clinical manifestations, age of onset, laboratory findings, and the impact on the quality of life of children, with the assistance of a questionnaire for parents.

RESULTS: A total of 35 patients were followed up for 10 years. The male-to-female ratio was 2:1. In 82.8% of cases, the onset of the disease occurred before the age of one. Twenty patients had maculopapular cutaneous mastocytosis (MCM) (57%), 12 had solitary mastocytomas (SM) (34.2%), and 2 had diffuse cutaneous mastocytosis (DCM) (5.7%). Significant improvement or resolution after 10 years was observed in 83% of patients with SM and in all patients with MCM and DCM. A greater number of skin lesions, more pronounced symptoms, and elevated tryptase levels were associated with persistent disease. None of the patients developed systemic mastocytosis. Allergies were reported in 9 patients (25.7%), and one had type I diabetes mellitus. No patient reported a significant impact of mastocytosis on their quality of life.

CONCLUSIONS: Most children with mastocytosis experience partial or complete resolution of the rash before adolescence. Mastocytosis has minimal impact on the quality of life of young patients.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Δερματική μαστοκυττάρωση, Μελαχρωματική κνίδωση, Πρόγνωση, Παιδιά

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Cutaneous mastocytosis, Urticaria pigmentosa, Prognosis, Children

Αριθμός σελίδων

94

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

75

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3450345

Δημοσίευση

Palioura_Alexia_Eleftheria_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

12/06/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Περδικάρης Παντελεήμων, Aναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Kαραβανάκη Κυριακή, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Κουτελέκος Ιωάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Ο ρόλος του σχολικού νοσηλευτή στη διαχείριση παιδιού με σακχαρώδη διαβήτη

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The role of the school nurse in the management of a child with diabetes mellitus

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Τα χρόνια νοσήματα πλέον είναι διαχειρίσιμα και με την κατάλληλη προσέγγιση μπορούν να διασφαλίσουν την ευημερία και την ποιότητα ζωής των παιδιών που πάσχουν από αυτά. Ο ρόλος του σχολικού νοσηλευτή είναι σημαντικός δεδομένου ότι τα παιδιά με χρόνια νοσήματα δαπανούν μεγάλο μέρος της καθημερινότητας τους στο σχολείο.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση του ρόλου του/της σχολικού/ής νοσηλευτή/τριας στη διαχείριση παιδιών με σακχαρώδη διαβήτη. Το βασικό ερευνητικό ερώτημα που η παρούσα μελέτη καλείται να απαντήσει είναι ποιο ρόλο μπορούν οι σχολικοί/ές νοσηλευτές/τριες να διαδραματίσουν στη διαχείριση παιδιών με σακχαρώδη διαβήτη.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Υιοθετήθηκε η μεθοδολογία της ανασκόπηση πεδίου εφαρμογής. Ο εντοπισμός των άρθρων που συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα μελέτη προέκυψαν μετά από σχετική αναζήτηση σε ψηφιακές βάσεις δεδομένων με επιστημονικές μελέτες όπως είναι η PubMed και η GoogleScholar. H αναζήτηση πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας συγκεκριμένους όρους στα αγγλικά και ειδικότερα: diabetes, schoolnurses, children, parents, safety. Οι μελέτες που συμπεριλήφθηκαν στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκαν με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 15 μελέτες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η διεθνής βιβλιογραφία αναδεικνύει τον πολύτιμο ρόλο των σχολικών νοσηλευτών/τριών τόσο γενικότερα όσο και στη διαχείριση του διαβήτη. Συνιστούν έναν ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα για την διαχείριση αλλά και την προαγωγή της υγείας των μαθητών/τριών στα σχολεία όπου βρίσκονται για μεγάλο μέρος της καθημερινότητας τους. Σε συνεργασία με τους/τις μαθητές/τριες καθώς και με τους/τις εκπαιδευτικούς και τους γονείς μπορούν να συμβάλουν στην ευημερία και την καλή υγεία των πρώτων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα δεδομένα της παρούσας μελέτης μπορούν να συμβάλλουν προς αυτή την κατεύθυνση αλλά απαιτούνται και άλλες έρευνες προκειμένου να διαμορφωθούν αποτελεσματικές πολιτικές για τους/τις σχολικούς/ές νοσηλευτές/τριες. Προς αυτή την κατεύθυνση και δεδομένου ότι η υπάρχουσα μελέτη έχει συλλέξει δεδομένα μόνο από τους γονείς και τους/τις σχολικούς/ές νοσηλευτές/τριες, είναι σημαντικό να αποτυπωθεί και η άποψη των ίδιων των μαθητών/τριών που έχουν ανάγκη την υποστήριξη τους. Δεδομένου ότι οι γνώσεις των σχολικών νοσηλευτών/τριών συνιστούν τον πλέον σημαντικό παράγοντα για τη διαχείριση του διαβήτη από μαθητές/τριες, γονείς και εκπαιδευτικούς, όπως διαφάνηκε και από την παρούσα ανασκόπηση, είναι σημαντικό να διαμορφωθούν σχετικά προγράμματα κατάρτισης για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: Chronic diseases are now manageable and with the appropriate approach they can ensure the well-being and quality of life of children suffering from them. The role of the school nurse is important given that children with chronic diseases spend a large part of their daily lives at school.

AIM: The purpose of this study is to investigate the role of the school nurse in the management of children with diabetes mellitus. The main research question that this study seeks to answer is what role school nurses can play in the management of children with diabetes mellitus.

METHODOLOGY: The methodology of the scoping review was adopted. The identification of the articles included in this study resulted from a relevant search in digital databases with scientific studies such as PubMed and GoogleScholar. The search was carried out using specific terms in English and in particular: diabetes, schoolnurses, children, parents, safety. The studies included in this study were evaluated based on specific criteria. A total of 15 studies were included.

RESULTS: International literature highlights the valuable role of school nurses both in general and in the management of diabetes. They are a particularly important factor in the management and promotion of the health of students in schools where they spend a large part of their daily lives. In collaboration with students as well as with teachers and parents, they can contribute to the well-being and good health of the former.

CONCLUSIONS: The data of the present study can contribute in this direction but further research is needed in order to formulate effective policies for school nurses. In this direction and given that the existing study has collected data only from parents and school nurses, it is important to capture the views of the students themselves who need their support. Given that the knowledge of school nurses is the most important factor for the management of diabetes by students, parents and teachers, as was evident from this review, it is important to formulate relevant training programs to achieve this goal.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Σχολικός/ή νοσηλευτής/τρια, Σακχαρώδης διαβήτης, Διαχείριση

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
School nurse, Diabetes mellitus, Management

Αριθμός σελίδων

89

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Όχι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

155

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5294552

Δημοσίευση

Panagopoulou_Eirini_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

27/03/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ξεπαπαδάκη Παρασκευή, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Παπαδόπουλος Νικόλαος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Μανιός Ιωάννης, Καθηγητής, Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας – Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Πρωτότυπος Τίτλος

Η φυσική πορεία της αλλεργικής ευαισθητοποίησης στους ξηρούς καρπούς, σε παιδιά και εφήβους στην Ελλάδα

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The natural history of tree nut sensitization in children and adolescents in Greece

Περίληψη

Ελληνικά:

ΣΚΟΠΟΣ: Η περιγραφή της φυσικής πορείας της αλλεργίας σε ξηρούς καρπούς (ΞΚ) σε παιδιά 6 μηνών έως 18 ετών στην Ελλάδα, και ο εντοπισμός παραγόντων που επιδρούν σε αυτή.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Ανασκοπήθηκαν οι φάκελοι 393 παιδιών με άμεσου τύπου αλλεργία σε ΞΚ που παρακολουθούνταν στη Μονάδα Αλλεργιολογίας και Κλινικής Ανοσολογίας της ΒΠΠΚ τα έτη 2010-2021. Ως άμεσου τύπου αλλεργία ορίστηκε η θετική δοκιμασία πρόκλησης (ΔΠ) ή/και το θετικό ιστορικό αντίδρασης (ΘΙΑ). Ως LTP-φαινότυπος ορίστηκε το θετικό ιστορικό αντίδρασης και η επιτυχής ΔΠ σε χαμηλότερη τελική δόση. Ως ανάπτυξη ανοχής ορίστηκε η αρνητική ΔΠ επί προγενέστερου ΘΙΑ ή/και θετικής ΔΠ. Εξετάστηκε η συσχέτιση της εμφάνισης αλλεργίας ή ανοχής με το λοιπό αλλεργιολογικό ιστορικό και την κατανάλωση ΞΚ. Η στατιστική ανάλυση πραγματοποιήθηκε στο R Studio (p<0,05)

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Εντάχθηκαν στη μελέτη 393 παιδιά, 247(62%) αγόρια, εκ των οποίων 206(52,4%) είχαν αλλεργία και σε άλλα τρόφιμα, 318(80,9%) είχαν συνυπάρχουσες αλλεργικές νόσους, και 247(62,8%) είχαν θετικό οικογενειακό ιστορικό ατοπίας. Η διάμεση ηλικία πρώτης αντίδρασης ήταν 30 μήνες, με κατά σειρά συχνότητας, εμπλεκόμενους καρπούς: ανακαρδιοειδή (54,5%, n=214), καρύδι (30%, n=118), φουντούκι (23,4%, n=92), αραχίδα (22,1%, n=87), και αμύγδαλο (8%, n=33). Η πλειονότητα των ασθενών (256, 65%,) εμφάνισε αλλεργία σε έναν καρπό. Οι σοβαρότερες αντιδράσεις αφορούσαν στα ανακαρδιοειδή. Ο LTP-φαινότυπος αφορούσε στο 2% (n=8). Υψηλότερες τιμές SPT/sIgE, Ana-o-2, Cor-a-14 και Ara-h-2, συσχετίστηκαν σημαντικά με εμφάνιση αλλεργίας. Ανοχή αναπτύχθηκε στο 10,4%(n=41), συχνότερα στο αμύγδαλο (15,2%) και σπανιότερα στο κάσιου (3,5%). Η ανάπτυξη ανοχής στο καρύδι συσχετίστηκε με την κατανάλωση άλλων ΞΚ (OR=4,23, p=0,049), την απουσία αλλεργικής ρινίτιδας (OR=0,11, p=0,022) και τις χαμηλές τιμές SPT(p=0,001)/sIgE(p=0,001), ενώ στην αραχίδα με χαμηλές τιμές sIgE(p=0,010).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στον πληθυσμό μας, η αλλεργία σε ΞΚ οφείλεται συχνότερα στα ανακαρδιοειδή. Αυτόματη ανάπτυξη ανοχής εμφανίζεται στο 10,4% των παιδιών, συχνότερα στο αμύγδαλο, και σχετίζεται με χαμηλές τιμές ευαισθητοποίησης, την κατανάλωση άλλων Ξ.Κ και την απουσία αλλεργικής ρινίτιδας.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

AIM: To describe the natural history of nut allergy in children aged 6 months to 18 years in Greece and to identify the factors influencing its progression.

METHODOLOGY: We reviewed the records of 393 children with IgE-mediated TN allergy who were followed up in our unit between 2010 and 2021. IgE-mediated allergy was defined as a positive oral food challenge (OFC) and/or a positive history of reaction (PHR). The LTP phenotype was defined as a PHR and a successful OFC at a lower final dose. Tolerance development was defined as a negative OFC following a previously positive OFC or a prior PHR. The correlation between the occurrence of allergy or tolerance with the allergic history and the consumption of nuts was analysed. Statistical analysis was conducted using R Studio, with significance set at p < 0.05.

RESULTS: Of the 393 children, 62% were boys, 52.4% had other food allergies, 80.9% had co-existing allergic diseases, and 62.8% had a positive family history of atopy. The median age of first reaction was 30 months. The rates of nut allergy, in descending order, were as follows: anacardioides (54.5%, n=214), walnut (30%, n=118), hazelnut (23.4%, n=92), peanut (22.1%, n=87), and almond (8%, n=33). Most patients (65%, n=256) had allergy to a single nut, with anacardioides causing the most severe reactions. The LTP phenotype was present in 2% (n=8). Higher values of SPT/sIgE, Ana o 2, Cor a 14, and Ara h 2 were significantly associated with the occurrence of allergy. Tolerance developed in 10.4% (n=41) of patients, most frequently to almond (15.2%) and least frequently to cashew (3.5%). Tolerance to walnut was associated with the consumption of other tree nuts (OR = 4.24, p = 0.049), absence of allergic rhinitis (OR=0.11, p=0.022), and lower SPT and sIgE values (Wilcoxon Rank-sum test, p=0.001 for both SPT and sIgE). Tolerance to peanut was linked to lower sIgE values (Wilcoxon Rank-sum test, p=0.009).

CONCLUSIONS: In our population, TN allergy was mostly caused by anacardioides. Spontaneous tolerance developed in 10.4% of children, most frequently to almonds, and was associated with lower sensitisation values, TN consumption, and absence of allergic rhinitis.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Ξηροί καρποί, Αραχίδα, Αλλεργία, Ανοχή, Παιδιά

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Tree Nuts, Peanuts, Allergy, Tolerance, Children

Αριθμός σελίδων

98

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

54

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 28/03/2026

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3476325

Δημοσίευση

Papathanasiou_Sofia_Lydia_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

ΕΚΠΑ
Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

ΕΚΠΑ
Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

01/10/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Mπακοπούλου Φλώρα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Στεφανάκη Χαρίκλεια, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Μελέτη συσχέτισης των διαταραχών της εμμήνου ρύσεως με τον εμβολιασμό έναντι SARS-CoV2 ή της νόσησης COVID-19 σε έφηβες στην Ελλάδα: Μία αναδρομική μελέτη κοορτής

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Study of the association of menstrual disorders with vaccination against SARS-CoV2 or COVID-19 disease in adolescent girls in Greece: A retrospective cohort study

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Πολλές μελέτες έχουν καταδείξει μία στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ του εμβολιασμού έναντι SARS-CoV2 και της λοίμωξης COVID-19 με διαταραχές της εμμήνου ρύσεως. Ωστόσο, η πλειονότητα αυτών των μελετών αφορούσαν ενήλικες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Αντίθετα, έρευνες με έφηβες είναι ελάχιστες παγκοσμίως, ενώ στον ελλαδικό χώρο δεν έχει πραγματοποιηθεί κάποια αντίστοιχη έρευνα.

ΣΚΟΠΟΣ: Ο κύριος στόχος της μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της έκθεσης στον SARS-CoV2, είτε μέσω εμβολιασμού είτε μέσω νόσησης, και των διαταραχών της εμμήνου ρύσεως, όπως συχνομηνόρροια, αραιομηνόρροια, πολυμηνόρροια και δευτεροπαθή αμηνόρροια, σε έφηβες. Δευτερεύων στόχος ήταν η αναγνώριση των πιο συχνών σχετιζόμενων διαταραχών, καθώς και η διερεύνηση πιθανών διαφορών μεταξύ των ομάδων που οδηγούσαν σε αυτές τις διαταραχές.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία αναδρομική κοορτή. Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν στοιχεία από έφηβες, ηλικίας 12-17 ετών, που προσήλθαν στο Ειδικό Κέντρο Εφηβικής Ιατρικής της Α’ Παιδιατρικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία» από τον Ιούνιο του 2020 έως και τον Δεκέμβριο του 2024, λόγω διαταραχών της εμμήνου ρύσεως. Κριτήρια εισόδου στη μελέτη ήταν η εμμηναρχή τουλάχιστον 2 έτη προ έκθεσης σε SARS-CoV2, και η απουσία υποκείμενου νοσήματος, που έχει ως αποτέλεσμα διαταραχές εμμήνου ρύσεως. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε από τους ιατρικούς φακέλους, ενώ για την ανάλυσή τους εφαρμόστηκαν οι κατάλληλοι στατιστικοί έλεγχοι.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη συλλέχθηκαν στοιχεία από 77 έφηβες, που είχαν εκτεθεί στον SARS-CoV2 και 15 έφηβες, που δεν είχαν εκτεθεί με οποιοδήποτε τρόπο στον SARS CoV2, και αποτελούσαν την ομάδα ελέγχου. Βρέθηκαν στατιστικώς σημαντικές συσχετίσεις, μεταξύ της έκθεσης στον SARS-CoV2, με τη συχνομηνόρροια (P = 0,032) και την πολυμηνόρροια (P = 0,025). Στατιστικώς σημαντικές διαφορές βρέθηκαν μεταξύ εμβολιασμένων και μη εμβολιασμένων έναντι SARS-CoV2 για τους παράγοντες πήξης VIII (P = 0,002), vWFAg (P = 0,023), Rcof (P = 0,007), με τους παράγοντες πήξης των εμβολιασμένων να είναι μειωμένοι σε σχέση με αυτούς των μη εμβολιασμένων. Στις έφηβες που νόσησαν από COVID-19, το ινωδογόνο (P = 0,023) και ο σίδηρος ήταν μειωμένα (P = 0,033), ενώ η γ-GT αυξημένη (P = 0,028) σε στατιστικά σημαντικό επίπεδο. Στις έφηβες που είχαν εκτεθεί στον SARS-CoV2, είτε μέσω νόσησης, ή/και μέσω εμβολιασμού, βρέθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις οιστραδιόλης [Ε2] (P < 0,001).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στην παρούσα μελέτη, η έκθεση των εφήβων στον SARS-CoV2 συσχετίστηκε ισχυρά με την πολυμηνόρροια και τη συχνομηνόρροια, ενδεχομένως μέσω μείωσης των παραγόντων πήξης ή μέσω αύξησης της συγκέντρωσης της οιστραδιόλης. Περαιτέρω μελέτες με μεγαλύτερο δείγμα εφήβων απαιτούνται για να επιβεβαιώσουν τα ευρήματα της παρούσας έρευνας.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Many studies have demonstrated statistically significant relationships among vaccination against SARS-CoV2, or COVID-19 infection, and menstrual disorders. However, most studies focused on adult females of reproductive age. In contrast, studies assessing adolescents are rare in a worldwide range, and to our knowledge, this is the first study in Greece, assessing the association among vaccination against SARS-CoV2, or COVID-19 disease to menstrual disorders in adolescents.

AIM: The primary objective of the study was to investigate the relationship between exposure to SARS-CoV2, either via vaccination, or infection, and menstrual disorders, such as irregular periods, abnormal heavy menstrual bleeding and secondary amenorrhea, in adolescent females. Additionally, the secondary aim was to identify the most common associated menstrual disorders and examine potential differences between the groups that lead to these disorders.

METHODOLOGY: The study included data from adolescent females, aged 12-17 years, who visited the Center for Adolescent Medicine of the Center for Adolescent Medicine and UNESCO Chair in Adolescent Health Care, First Department of Pediatrics, School of Medicine, National and Kapodistrian University of Athens, Aghia Sophia Children’s Hospital, Athens, Greece between June 2020 and December 2024, due to various menstrual disorders. Eligible participants had experienced menarche for at least two years, before exposure to SARS-CoV2 and had no underlying conditions associated with menstrual disorders. Data were retrieved via medical records, and appropriate statistical analyses were applied for data evaluation.

RESULTS: The study included data from 77 adolescents who had been exposed to SARS-CoV2 and 15 adolescents, who were not exposed to SARS-CoV2, and served as control group. Statistically significant associations were found between exposure to SARS-CoV2 and frequent menstruation (P = 0.032) and heavy menstrual bleeding (P = 0.025). Statistically significant differences were observed between vaccinated and unvaccinated individuals against SARS-CoV2 for coagulation factors VIII (P = 0.002), vWFAg (P = 0.023), and Rcof (P = 0.007), while the coagulation factors being lower in the vaccinated group compared to the unvaccinated group. In adolescents who were infected with COVID-19, fibrinogen (P = 0.023) and iron levels were lower (P = 0.033), while γ-GT was elevated (P = 0.028) at a statistically significant level. In those, who were exposed [infection (or/and) vaccination] to SARS-CoV2, increased E2 concentrations were found when compared with the control group (P < 0.001).

CONCLUSIONS: In this study, the exposure of adolescents to SARS-CoV2 was strongly associated with heavy menstrual bleeding and frequent menstruation, possibly through a reduction in coagulation factors or an increase in estradiol concentration. Further studies with a larger sample of adolescents are needed to confirm the findings of this research.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Εφηβεία, Αιμορραγία, Μηνορραγία, SARS-CoV2, COVID-19

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Adolescence, Bleeding, SARS-CoV2, COVID-19

Αριθμός σελίδων

82

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Nαι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

156

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/5305738

Δημοσίευση

Svigkou_Asimenia_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

25/02/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Παντελεήμων Περδικάρης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Φλώρα Μπακοπούλου, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Αφροδίτη Ζαρταλούδη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Νοσηλευτικής, ΠΑΔΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας σε εφήβους μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον: Συστηματική ανασκόπηση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The obesity treatment in adolescents inside their family environment: Systematic Review

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παχυσαρκία κατά την εφηβεία αναδύεται ως ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, αφού και τα ποσοστά των παχύσαρκων έφηβων αυξάνονται με γοργούς ρυθμούς. Σε αυτό το σημαντικό ζήτημα, εκτός από βιοχημικούς/γενετικούς παράγοντες, οι οποίοι συμβάλλουν στην εμφάνιση παχυσαρκίας, οι παράγοντες που ευθύνονται κατά κύριο λόγο αφορούν τη διατροφή και τη φυσική κατάσταση των νέων. Οι λανθασμένες διατροφικές επιλογές και γενικότερα η υιοθέτηση ενός μη υγιεινού τρόπου ζωής ξεκινά από πολύ νωρίς με την οικογένεια να παίζει καθοριστικό ρόλο.

ΣΚΟΠΟΣ: Ο ήδη υπάρχον υψηλός αριθμός εφήβων που εμφανίζουν παχυσαρκία επιφέρει αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή των παιδιών αλλά και της κοινωνίας γενικότερα. Μία κατηγορία μέτρων/παρεμβάσεων που θα μπορούσαν να ληφθούν για την πρόληψη της εφηβικής παχυσαρκίας αφορούν το οικογενειακό περιβάλλον. Συνεπώς, στην παρούσα εργασία θα μελετηθεί η υπάρχουσα βιβλιογραφία έτσι ώστε να γίνει κατανοητό τι είναι η παχυσαρκία, ποιοι είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνισή της και οι τρόποι με τους οποίους η οικογένεια μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά των εφήβων και να αποτελέσει μέσο θεραπείας της παχυσαρκίας (συμπεριφορά, δίαιτα, φυσική δραστηριότητα, ύπνος, κλπ).

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πραγματοποίηση διεξοδικής μελέτης της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, χρησιμοποιώντας έγκυρες βάσεις δεδομένων σε θέματα υγείας (PubMed, GoogleScholar και Scopus), έτσι ώστε να ανευρεθούν δημοσιευμένα άρθρα σχετικά με οικογενειακές παρεμβάσεις οι οποίες συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της εφηβικής παχυσαρκίας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η συστηματική ανασκόπηση έδειξε ότι η οικογένεια μπορεί να έχει σημαντική επιρροή στα μέλη της, ενώ όταν δυσλειτουργεί μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση περίσσιου βάρους από τα μέλη της και ιδιαίτερα τους εφήβους. Προγράμματα παρεμβάσεων μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον έδειξαν θετική επίδραση στην απώλεια βάρους στους εφήβους. Τα προγράμματα αυτά όταν αφορούσαν όλα τα μέλη της οικογένειας (γονείς και παιδιά/εφήβους) και όχι μόνο τα παιδιά/εφήβους είχε ακόμη πιο θετικά αποτελέσματα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Προγράμματα παρεμβάσεων που στοχεύουν την οικογένεια είναι ικανά να αλλάξουν τις καθημερινές συνήθειες στα μέλη της, με αποτέλεσμα οι έφηβοι να αποκτούν υγιεινές διατροφικές συνήθειες και να αυξήσουν τη σωματική δραστηριότητα τους, με αποτέλεσμα την απώλεια ή/και διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: Obesity in adolescence is emerging as a serious health problem, since the rates of obese adolescents are rapidly increased. In this important issue, in addition to biochemical/genetic factors that contribute to the development of obesity, the factors primarily responsible for obesity relate to the diet and physical fitness of young people. Ιncorrect dietary choices and, in general, the adoption of an unhealthy lifestyle starts very early with the family playing a pivotal role.

AIM: The already high number of obese adolescents has a negative impact on their lives and society in general. One category of measures/interventions that could be taken to prevent childhood obesity is related to the family environment. Therefore, this thesis will study the existing literature in order to understand what obesity is, the factors that contribute to its occurrence and the ways in which the family can influence the behavior of the adolescents and be a means of treating obesity (behavior, diet, physical activity, sleep, etc.).

METHODOLOGY: Conduction of a systematic review of the existing literature, using authoritative health databases (PubMed, GoogleScholar and Scopus), to identify published articles on family interventions that contribute to the treatment of adolescent obesity.

RESULTS: The systematic review showed that the family holds considerable influence over its members, which, when dysfunctional, can lead to the acquisition of excess weight in its members. Intervention programs within the family environment showed a positive effect on weight loss in adolescents. The involvement of all the family members in these programs (parents and teenagers) and not just teenagers had even more positive results.

CONCLUSIONS: Intervention programs targeting the family are able to change the daily habits of family members, resulting in adolescents acquiring healthy eating habits and increasing their physical activity, leading to the loss and/or maintenance of a normal weight.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Παχυσαρκία, Έφηβοι, Οικογένεια, Παρεμβάσεις αποτροπής

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Οbesity, adolescents, family and prevention interventions.

Αριθμός σελίδων

58

Ευρετήριο

Ναι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

54

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 25/08/2025

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3466213

Δημοσίευση

Smyrnioti_Olympia_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

27/05/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Μπριάνα Δέσποινα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Χαρμανδάρη Ευαγγελία, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Μανιός Ιωάννης, Καθηγητής, Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας – Διατροφής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Πρωτότυπος Τίτλος

Η επίδραση του είδους της εντερικής διατροφής του πρόωρου νεογνού στην διαμόρφωση του εντερικού του μικροβιώματος: Συστηματική ανασκόπηση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The effect of enteral nutrition type on the formation of the intestinal microbiome in premature neonates: A systematic review

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ: Το εντερικό μικροβίωμα των νεογνών είναι μία οντότητα που τα τελευταία χρόνια προσελκύει το ενδιαφέρον ολοένα και περισσότερων ερευνητών, καθώς έχει αποδειχθεί ότι η φυσιολογική λειτουργία ή δυσλειτουργία του σχετίζεται τόσο με την σωματική και νευροαναπτυξιακή εξέλιξη του παιδιού, όσο και με διάφορες νόσους (π.χ. αυτισμός, αλλεργίες, παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης). Η παρούσα συστηματική ανασκόπηση στοχεύει στην συλλογή δεδομένων, σχετιζόμενων με το διαφορετικό “pattern” μικροβίων που αναπτύσσονται στο έντερο των πρόωρων νεογνών, ανάλογα με τα έξης είδη διατροφής: Μητρικός θηλασμός, γάλα φόρμουλα, ανθρώπινο γάλα από τράπεζα δότη. Απώτερος σκοπός είναι ο καθορισμός του ιδανικότερου είδους διατροφής για την απόκτηση υγιούς εντερικής μικροχλωρίδας.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Αναζητήθηκαν οι σχετικές περιγραφικές μελέτες παρατήρησης, οι μελέτες κοόρτης και οι κλινικές δοκιμές που διεξήχθησαν από τον Νοέμβριο του 2000 έως τον Νοέμβριο του 2024 και δημοσιεύτηκαν στην αγγλική γλώσσα στις ψηφιακές βάσεις δεδομένων PubMed και SCOPUS. Eντοπίστηκαν 851 μελέτες, ενώ μετά την εξαίρεση των κοινών μελετών και με διαλογή με βάση το περιεχόμενο αλλά και τον ποιοτικό έλεγχο, τελικά επιλέχθηκαν 18.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η σίτιση με μητρικό γάλα σχετίστηκε με υψηλότερη σχετική αφθονία σε Bifidobacterium και Clostridiales στο έντερο των πρόωρων νεογνών σε σύγκριση με την σίτιση με γάλα από τράπεζα δότη ή γάλα φόρμουλα. Όσον αφορά τα πρόωρα νεογνά που σιτίστηκαν με γάλα φόρμουλα, φαίνεται να παρουσίασαν σταθερά μειωμένη ποικιλότητα μικροβίων στο εντερικό τους μικροβίωμα, καθυστερημένη μικροβιακή διαδοχή, υψηλότερο αποικισμό από παθογόνα είδη όπως τα Πρωτεοβακτήρια και υψηλότερη σχετική αφθονία σε Firmicutes. H αποκλειστική σίτιση με μητρικό γάλα μείωσε την εντερική διαπερατότητα και βελτίωσε την λειτουργία του εντερικού φραγμού.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Tο είδος της διατροφής των πρόωρων νεογνών επηρεάζει την σύσταση του εντερικού τους μικροβιώματος σε επίπεδο οικογένειας, φύλου και γένους βακτηρίων. Ο μητρικός θηλασμός σχετίζεται με την ανάπτυξη ωφέλιμων μικροβίων στο εντερικό μικροβίωμα έναντι των άλλων ειδών σίτισης και αποτελεί τον gold standard τύπο σίτισης των πρόωρων νεογνών, ενώ όταν δεν είναι εφικτός, η σίτιση με ανθρώπινο γάλα δότη αποτελεί την ιδανικότερη εναλλακτική μορφή σίτισης σε σχέση με το γάλα φόρμουλα. Τα παραπάνω ευρήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία προκειμένου να δημιουργηθούν στο μέλλον θεραπευτικές στρατηγικές βασισμένες στη σίτιση με μητρικό γάλα, που θα στοχεύουν στην βέλτιστη αύξηση και ανάπτυξη του ευάλωτου πληθυσμού των πρόωρων νεογνών.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION – OBJECTIVES: The intestinal microbiome of newborns has increasingly attracted the interest of researchers in recent years, as its normal function or dysfunction has been shown to be associated with both the physical and neurodevelopmental progress of children, as well as with various diseases (e.g., autism, allergies, obesity, diabetes). The present systematic review aims to collect data concerning the different “patterns” of microbes that develop in the gut of premature neonates, depending on the following types of nutrition: breastfeeding, formula milk, donor human milk. The ultimate goal is to identify the most ideal type of diet in order to obtain a healthy intestinal microflora.

METHODOLOGY: Relevant descriptive observational studies, cohort studies and clinical trials conducted between November 2000 and November 2024 and published in the English language, were researched in the digital databases PubMed and SCOPUS. 851 studies were identified, while after the exclusion of duplicate studies and screening based on content and quality control, 18 were finally selected.

RESULTS: Breast milk feeding was associated with higher relative abundance of Bifidobacterium and Clostridiales in the gut of preterm neonates compared to feeding with donor human milk or formula milk. Regarding formula-fed preterm infants, they consistently exhibited reduced microbial diversity in their gut microbiome, delayed microbial succession, higher colonization by pathogenic species such as Proteobacteria, and higher relative abundance of Firmicutes. Exclusive breastfeeding reduced intestinal permeability and improved intestinal barrier function.

CONCLUSIONS: The type of nutrition of premature infants affects the composition of their intestinal microbiota at the family, sex and genus levels of bacteria. Breastfeeding is associated with the development of beneficial microbes in the intestinal microbiota compared to other feeding methods and is considered the gold standard for feeding premature neonates. When breastfeeding is not possible, donor human milk is the most suitable alternative compared to formula milk. The findings above are of particular importance for developing future therapeutic strategies based on breast milk feeding, aimed at promoting the optimal growth and development of the vulnerable population of premature newborns.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Νεογνολογία, παιδιατρική, διατροφολογία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Νeonatology, pediatrics, nutrition

Αριθμός σελίδων

76

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

115

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 29/11/2025

Μόνιμη διεύθυνση

https:/pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/el/browse/3501461

Δημοσίευση

Tzara_Paraskevi_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

23/01/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Ευαγγελία Χαρμανδάρη, Καθηγήτρια, Τμήμα Ιατρικής, ΕΚΠΑ

Φλώρα Μπακοπούλου, Καθηγήτρια, Τμήμα Ιατρικής, ΕΚΠΑ

Γεώργιος Παλτόγλου, Παιδίατρος-Παιδοενδοκρινολόγος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Β’ Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων “Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού”

Πρωτότυπος Τίτλος

Υποβηταλιποπρωτεϊναιμία και συσχέτιση με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και μεταβολικού συνδρόμου σε υπέρβαρα/παχύσαρκα παιδιά και εφήβους

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Hypobetalipoproteinemia and association with cardiovascular risk factors and metabolic syndrome in children and adolescents with overweight and obesity

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο δυσλιπιδαιμίας, υπέρτασης και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, που αποτελούν παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και μεταβολικού συνδρόμου. Δείκτες, όπως η απολιποπρωτεΐνη Β και η απολιποπρωτεΐνη Α1, αποτελούν καλούς προγνωστικούς παράγοντες για καρδιαγγειακή νόσο.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας αναδρομικής μελέτης είναι να διερευνηθεί κατά πόσο η υποβηταλιποπρωτεϊναιμία σε παιδιά και εφήβους με υπερβαρότητα και παχυσαρκία συσχετίζεται με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και με το μεταβολικό σύνδρομο.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Πρόκειται για μία αναδρομική μελέτη κοορτής ασθενών-μαρτύρων. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Πρόληψης και Αντιμετώπισης Αυξημένου Βάρους Σώματος κατά την Παιδική και Εφηβική ηλικία, Μονάδα Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη, A’ Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Δεδομένα από διακόσια δεκατέσσερα (σύνολο = 214, 102 αγόρια, 112 κορίτσια) παιδιά και εφήβους, ηλικίας 10,74 ± 2,74 ετών [μέσος όρος ± τυπικό σφάλμα (standard error-SE)] που παρακολουθήθηκαν για χρονικό διάστημα ενός έτους αναλύθηκαν αναδρομικά. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν σε αυτούς με παχυσαρκία (n = 114, 51%), υπερβαρότητα (n = 63, 29,5%) ή φυσιολογικό ΔΜΣ (n =37, 17,5%) σύμφωνα με την IOTF. Η ομάδα ασθενών περιελάμβανε παιδιά και εφήβους με υποβηταλιποπρωτεϊναιμία (ApoB <55 mg/dL) ενώ η ομάδα ελέγχου αποτελούνταν από αντίστοιχα ως προς την ηλικία, τον ΔΜΣ και το φύλο, παιδιά και εφήβους χωρίς υποβηταλιποπρωτεϊναιμία. Και οι δύο ομάδες συμμετείχαν σε ένα ολοκληρωμένο, διεπιστημονικό, εξατομικευμένο πρόγραμμα παρέμβασης, διατροφής, άσκησης και ύπνου για ένα έτος. Τα ερευνητικά δεδομένα συλλέχθηκαν στην αρχή της μελέτης και μετά από ένα έτος παρέμβασης. Οι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν περαιτέρω σε δύο ομάδες: Μία ομάδα που πληρούσε τα κριτήρια του μεταβολικού συνδρόμου στην παιδική και εφηβική ηλικία (ομάδα Α) και μία ομάδα που δεν πληρούσε τα κριτήρια (ομάδα Β). Ακολούθως πραγματοποιήθηκε σύγκριση μεταξύ των δύο ομάδων κατά την αρχική αξιολόγηση (πρωταρχικό μέτρο έκβασης) και μετά από 1 έτος παρέμβασης (δευτερεύον μέτρο έκβασης).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι συγκεντρώσεις της ΑpoΒ αυξήθηκαν στατιστικώς σημαντικά (p<0.05) στην ομάδα των παιδιών με υποβηταλιποπρωτεϊναιμία μετά από 1 έτος. Δεν αναδείχθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση της υποβηταλιποπρωτεϊναιμίας με το μεταβολικό σύνδρομο κατά IDF στον παιδιατρικό πληθυσμό.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι συγκεντρώσεις ΑpoB αυξάνονται μετά από 1 έτος παρακολούθησης και εφαρμογής εξατομικευμένου προγράμματος διατροφής, φυσικής άσκησης και ύπνου. Η γνωστή συσχέτιση των ελαττωμένων συγκεντρώσεων της ΑpoB με τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο στους ενήλικες καθιστούν απαραίτητη τη διενέργεια προληπτικών μελετών με έναρξη στην παιδική και εφηβική ηλικία

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: Obesity increases the risk of dyslipidemia, hypertension and diabetes mellitus type 2, which are cardiovascular and metabolic syndrome risk factors. Markers, such as apolipoprotein B and apolipoprotein A1, are good predictors of cardiovascular disease.

AIM: The purpose of this retrospective study is to investigate whether hypobetalipoproteinemia in children and adolescents with overweight and obesity is associated with cardiovascular risk factors and the metabolic syndrome.

METHODOLOGY: This is a retrospective study of a cohort of patients-controls. The study was carried out at the Center for the Prevention and Management of Overweight and Obesity in Childhood and Adolescence, Division of Endocrinology, Metabolism and Diabetes, First Department of Pediatrics, ” Aghia Sophia” Children’s Hospital, National and Kapodistrian University of Athens Medical School. Data from two hundred and fourteen (total = 214, 102 boys and 112 girls) children and adolescents, aged 10.74 ± 2.74 years [mean ± standard error (SE)] followed for one year were retrospectively analyzed. Subjects were classified as having obesity (n = 114,51%), overweight (n = 63, 29.5%) or normal BMI (n =37, 17.5%) according to the IOTF. The patient group included children and adolescents with hypobetalipoproteinemia (ApoB <55 mg/dl) while the control group consisted of age-, BMI-, and sex-matched children and adolescents without hypobetalipoproteinemia. Both groups participated in a comprehensive, multidisciplinary, personalized, lifestyle intervention program of diet, sleep and exercise for one year. Research data were collected at the beginning of the study and after one year of intervention. Participants were further categorized into two subgroups: A group that met the criteria for metabolic syndrome in childhood and adolescence (group A) and a group that did not meet criteria (group B). A comparison was then made between the two groups at initial (primary outcome measure) and annual assessment (secondary outcome measure).

RESULTS: ApoB concentrations increased significantly (p<0.05) in the group of children with hypobetalipoproteinemia after 1 year. No significant association of hypobetalipoproteinemia with metabolic syndrome was noted in the pediatric population..

CONCLUSIONS: ApoB concentrations increase after 1 year of the implementation of an personalized, lifestyle intervention program of diet, sleep and exercise for one year. The established association of reduced ApoB concentrations with cardiometabolic risk in adults makes it necessary to conduct preventive studies starting in childhood and adolescence.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Απολιποπρωτεΐνη Β, Μεταβολικό Σύνδρομο, Καρδιαγγειακή νόσος

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Apolipoprotein B, Metabolic Syndrome, Cardiovascular disease

Αριθμός σελίδων

73

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

103

Ψηφιακά Αρχεία

Πρόσβαση από 23/07/2025

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3457089

Δημοσίευση

Tzounakou_Anastasia_Maria_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

22/02/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Σταυρούλα Μιχαλά, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Νικόλαος Βλάχος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Δέσποινα Μπριάνα, Καθηγήτρια, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Πρωτότυπος Τίτλος

Τρέχουσες αντιλήψεις των μαιευτήρων γυναικολόγων-εμβρυομητρικών και των νεογνολόγων-παιδίατρων για τα άτομα με αμφίβολα γεννητικά όργανα στην Ελλάδα

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

Current perceptions of obstetrician-gynecologists and neonatologists-pediatricians about people with ambiguous genitalia in Greece

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει μια τεράστια πρόοδος όσον αφορά τη γνώση των αναγκών των ατόμων με παραλλαγή διαφοροποίησης του φύλου (DSD) όσον αφορά το ιατρικό μέρος αλλά πιο εντυπωσιακά το ψυχολογικό. Ακολούθως, η ιατρική κοινότητα ανά τον κόσμο προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα προσπαθώντας να εξυπηρετήσει τη βέλτιστη προσέγγιση ή και θεραπεία που χρειάζονται αυτά τα άτομα και οι οικογένειες τους. Οι εξελίξεις αυτές έχουν διαφορετικούς ρυθμούς ανά περιοχές, ανά τον κόσμο. Η ελληνική κοινότητα προσπαθεί να ακολουθήσει αυτές τις αλλαγές και στο πλαίσιο αυτό έχουν γίνει νομοθετικές και ιατρικές τροποποιήσεις.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός αυτής της μελέτης είναι να αξιολογήσει τις τρέχουσες αντιλήψεις των παιδίατρων-νεογνολόγων και μαιευτηρίων-γυναικολόγων για τα άτομα με DSD στην Ελλάδα.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Διενεργήθηκε συγχρονική μελέτη παρατήρησης με τη μορφή δημοσκόπησης μέσω ερωτηματολογίου. Το τελικό δείγμα συνίστατο σε 55 ερωτηματολόγια. Αρχικά, περιγραφική στατιστική και έπειτα στατιστική ανάλυση μέσω SPSS.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Διαπιστώσαμε ότι το 38,2% γνώριζε τη σωστή απάντηση σχετικά με τον νέο νόμο στη χώρα όπου η χορήγηση ορμονών ή άλλων φαρμάκων σε παιδιά κάτω των 15 ετών απαγορεύεται όταν πρόκειται αποκλειστικά για λόγους κανονικοποίησης.
Αναδείξαμε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των γυναικολόγων και των νεογνολόγων που θα συστήσουν ανεπιφύλακτα σε έναν γονέα DSD να λάβει συμβουλές από ψυχολόγο με ποσοστό 44% και 76,7% αντίστοιχα, με p-value=0,021.
Επίσης, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των γιατρών που εργάζονται στην Αττική και των γιατρών που εργάζονται σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όσον αφορά την ονοματολογία με ποσοστό 91,7% και 42,1% αντίστοιχα επιλέγοντας το όνομα «άτομο με διφορούμενα γεννητικά όργανα», με p-value=0,004. Οι υπόλοιποι γιατροί που δεν εργάζονται στην Αττική προτίμησαν τα ονόματα «άτυπος», «intersex», «διαταραχή στην ανάπτυξη του φύλου», «άγνωστο φύλο» και «ερμαφρόδιτοι», κατά σειρά συχνότητας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Συμπεραίνουμε ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για βελτίωση της ενημέρωση της ιατρικής κοινότητας για αυτό το σπάνιο αλλά σημαντικό θέμα.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

BACKGROUND: During the last decades there is a huge advance regarding the knowledge of the needs of people with ambiguous genitalia as far as the medical part is concerned but more impressively the psychological part. As a result, the worldwide management of people with Differences of Sex Development (DSD) tends to conform to their needs.

AIM: The aim of this study is to assess the current perceptions of neonatologists and obstetrician-gynecologists about DSD people in Greece.

METHODOLOGY: We used a cross-sectional study in form of poll with a questionnaire. The final sample was 55 answers. At first, we conducted descriptive statistics and then statistical analysis using SPSS.

RESULTS:We found that the 38,2% knew the right answer about the new law in the country where prescribing hormones or other medications to children under 15 years old is forbidden just for normalizing reasons.The results showed that there was statistically significant difference between the gynecologists and the neonatologists who will strongly recommend to a DSD parent to take advice by a psychologist with the percentage of 44% and 76,7% respectively, with a p-value=0,021.Also, the results showed that there was statistically significant difference between the doctors who work in Attica and the doctors who work in other regions of Greece as far as the nomenclature is concerned with a percentage of 91,7% and 42,1% respectively choosing the name ‘person with ambiguous genitalia’, with a p-value=0,004. The rest non-Attica doctors preferred the name ‘atypical’, ‘intersex’, ‘disorder of sex development’, ‘unknown gender’ and ‘hermaphrodites’, in order of frequency.

CONCLUSIONS: We conclude that there is great need for the medical community to be better informed about this rare but important issue. 

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
αμφίβολα γεννητικά όργανα, DSD, intersex

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
DSD, ambiguous genitalia, intersex.

Αριθμός σελίδων

104

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

73

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/object/3465938

Δημοσίευση

Tzounakou_Leoni_Dimosieysi

Ακαδημαϊκή μονάδα

Σχολή Επιστημών Υγείας
Τμήμα Ιατρικής
ΠΜΣ Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα
Κατεύθυνση Γενική και Εξειδικευμένη Παιδιατρική: Κλινική Πράξη και Έρευνα

Βιβλιοθήκη κατάθεσης

Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης
Βιβλιοθήκη Επιστημών Υγείας

Ημερομηνία κατάθεσης

03/06/2025

Έτος εκπόνησης

2025

Τριμελής Εξεταστική Επιτροπή

Kασίμος Δημήτριος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Τμήμα Ιατρικής, ΔΠΘ

Μίχος Αθανάσιος, Καθηγητής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Κανάριου Μαρία, Παιδίατρος, Ιασώ Παίδων

Πρωτότυπος Τίτλος

Η συσχέτιση μεταξύ της εκλεκτικής IgA ανεπάρκειας και του βρογχικού άσθματος σε παιδιά 4-18 ετών: μία συστηματική ανασκόπηση

Γλώσσες εργασίας

Ελληνικά

Μεταφρασμένος τίτλος

The association between selective IgA deficiency and asthma in children 4-18 years old: a systematic review

Περίληψη

Ελληνικά:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η εκλεκτική IgA ανεπάρκεια (sIgAD) αποτελεί την πιο συχνή ανοσοανεπάρκεια με κυρίως ασυμπτωματική πορεία. Σε συμπτωματικούς ασθενείς το βρογχικό άσθμα είναι η πιο συχνή αλλεργική εκδήλωσή της.

ΣΚΟΠΟΣ: Η πραγματοποίηση συστηματικής ανασκόπησης της υπάρχουσας βιβλιογραφίας για δεδομένα που εξετάζουν την συσχέτιση της sIgAD και του βρογχικού άσθματος σε παιδιά ηλικίας από 4 έως 18 ετών.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ: Διενεργήθηκε εκτενής αναζήτηση βιβλιογραφίας στις βάσεις δεδομένων PubMed, Embase, Scopus, NICE, ICTRP και Cochrane για μελέτες που δημοσιεύθηκαν από το 2000 και μετά. Τα αποδεκτά είδη μελετών περιλάμβαναν τυχαιοποιημένες και μη τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, προοπτικές και αναδρομικές μελέτες κοορτής, μελέτες ασθενών-μαρτύρων, συγχρονικές μελέτες, συστηματικές ανασκοπήσεις και αναφορές περιστατικών. Τα κριτήρια ένταξης επικεντρώνονταν σε μελέτες που αφορούσαν ασθενείς ηλικίας 4 έως 18 ετών με εκλεκτική ανεπάρκεια IgA (sIgAD) ή βρογχικό άσθμα, βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων επιλεξιμότητας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: O επιπολασμός του βρογχικού άσθματος σε παιδιά με εκλεκτική IgA ανεπάρκεια κυμαινόταν από 4,55% έως 85%, με τις περισσότερες μελέτες να επιβεβαιώνουν τον αυξημένο επιπολασμό συγκριτικά με τον γενικό παιδιατρικό πληθυσμό. Το πιο συχνό αλλεργιογόνο ήταν τα ακάρεα της οικιακής σκόνης. Οι ασθενείς με ταυτόχρονη sIgAD και αλλεργική νόσο παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρότερων εκδηλώσεων, σοβαρότερο αλλεργικό φαινότυπο και επιπλοκές με επίδραση στην πρόγνωση και την ποιότητα ζωής τους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η συσχέτιση μεταξύ άσθματος και sIgAD φαίνεται να είναι αμφιλεγόμενη, καθώς εξακολουθεί να λείπει μια σαφής σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Συνεπώς, απαιτούνται περαιτέρω μελέτες σε μεγαλύτερο πληθυσμό ασθενών και άμεση θεραπευτική παρέμβαση λόγω του υψηλότερου κινδύνου επιπλοκών.

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:

INTRODUCTION: Selective IgA deficiency (sIgAD) is the most prevalent immunodeficiency, typically presenting as asymptomatic. For symptomatic individuals, bronchial asthma represents the most common allergic manifestation.

AIM: This systematic review aimed to evaluate existing literature on the association between sIgAD and bronchial asthma in children aged 4 to 18 years old.

METHODOLOGY: A comprehensive search was conducted for randomized controlled trials, non-randomized controlled clinical trials, prospective and retrospective cohort studies, case-control studies, cross-sectional studies, reviews, and case reports published from 2000 onward in the Pubmed, Embase, Scopus, NICE, ICTRP, and Cochrane databases. Studies included patients aged 4 to 18 years with sIgAD or bronchial asthma, selected based on predefined eligibility criteria.

RESULTS: The prevalence of bronchial asthma among children with selective IgA deficiency varied from 4,55% to 85%.The majority of studies reported an increased prevalence in this population compared to the general pediatric population. The most prevalent allergen among these patients was dust mites. Patients exhibiting both sIgAD and allergic disease demonstrated an elevated risk of more severe manifestations, a more pronounced allergic phenotype, and complications that adversely affect prognosis and quality of life.

CONCLUSIONS: The relationship between asthma and sIgAD remains contentious, with a definitive cause-and-effect connection yet to be established. Consequently, additional research involving larger patient cohorts and prompt therapeutic interventions is warranted due to the increased risk of complications.

Κύρια θεματική κατηγορία

Επιστήμες Υγείας

Λέξεις-κλειδιά

Ελληνικά:
Εκλεκτική ανεπάρκεια της ανοσοσφαιρίνης Α, Bρογχικό άσθμα

Αγγλικά ή άλλη γλώσσα:
Selective immunoglobulin A deficiency, Childhood asthma

Αριθμός σελίδων

77

Ευρετήριο

Όχι

Αρ. σελίδων ευρετηρίου

Εικονογραφημένη

Ναι

Αρ. βιβλιογραφικών αναφορών

109

Ψηφιακά Αρχεία

Έχει κατατεθεί το πλήρες κείμενο σε μορφή PDF

Μόνιμη διεύθυνση

https:/pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/el/browse/3501115

Δημοσίευση

Tsarouha_Maria_Dimosieysi